Άδεια σημερα. Οκτω ωρες μόνη. Μετα τα σαράντα (χμ χμ σαρανταένα, οκ οκ), μετα τα σαράνταένα, ειναι περίεργο, ποσο λίγο αρκει για να ευχαριστηθεις. Μουσικο χαλι μια συναυλία του Πασχαλίδη, και επιτέλους βυθίζομαι σε μένα. Δουλίτσες στο σπιτι, σκέψη που δε διακόπτεται. Σκέψη που δε διακόπτεται. Να τι μου λειψε. Όχι ότι είναι το μόνο, αλλα σκέψη που δε διακόπτεται. Σα ψέματα μου φαίνεται. Και έτσι να κάτσω, να ξαναγραψω λίγο, να αδειασω τη σκέψη που δε διακόπηκε και κατευθυνεται απο τα λόγια του Πασχαλίδη. Έτσι είναι τα τραγούδια. Σε ταξιδευουν. Σε πάνε κάπου. Και είναι και η συλλογικη μας σκέψη. Το λες με ένα τραγουδι, δεν το λες με ένα τραγουδι. Ο καθεις ερμηνεύει όπως γουστάρει, αλλα κάπου συναντιόμαστε. Κάπου επικοινωνουμε. Νομίζουμε ότι επικοινωνουμε. Νομίζουμε ότι η συλλογικη σκέψη είναι ίδια. Πως θα μπορουσε να ναι διαφορετικη. Εγω δε θα το άντεχα, θα το άντεχες εσυ? Κάτι που εσένα σου λέει τόσα πολλα και είναι τόσο δυνατα σε κάποιον άλλον να λέει κάτι άλλο. Μακρια απο μένα. Γιατι αν συμβαίνει αυτο πως θα σου πω αυτο που θέλω και δεν έχω λόγια. Οχι ότι έχω και τίποτα αυτη τη στιγμη να πω. Θέλει να μιλήσει αλλα δε ξέρει τι να παι. Αυτο είναι σιγουρα κλεμμένο. Δε θυμάμαι απο που. Πολλα δε θυμάμαι. Και πολλα θυμάμαι.. Ολο θυμάμαι. Όλο φέρνω εικόνες στο μυαλό μου, εικόνες, εικόνες, εικόνες, σκηνές., στιγμές. ¨οχι μόνο απο το παρελθον, αλλα και απο το μέλλον. Το ξορκίζω. Το προκαλλω να γίνει όπως το φαντάζομαι, η μάλλον όχι, μη τυχόν και γίνει όπως το φαντάζομαι. Οι εικόνες εικόνες όμως. Καλες εικόνες. Να με γλυκαίνουν. Και σημερα μη διακοπτόμενες. Δε θα ρθει το μαναράκι μου να βουίξει και να μη με αφήσει να σκεφτω, να με προστατεύσει τρόπον τινά. Κι ας του θυμώνω που μου τριβελίζει το μυαλο. Η φιλενάδα μου έχει δικιο, είναι οι άγκυρες μας τα παιδια. Μα γειώνουν. Γιατι αμα με αφήσεις εμένα θα μαι πάντα αλλου. Και θα αναζητω πάντα το χαμο και το χάος. Τη φωτια και το νερο. Ειδικα το νερο. Τη θαλασσα. Ακουγεται στο βάθος και η θάλασσα. Το χειμώνα που τα κύμματα είναι δυνατα φτάνει ο ηχος της μέχρι το σπιτι. Μου κρατάει παρέα. Μου θυμίζει ότι είναι κοντα, ότι αυτη που αναζητουσα πάντα, είναι εδω. Με τα χρωματα της, τη μυρωδια της αλμύρας και τον ήχο της. Και χαλαλι η υγρασια, και η μουχλα που σε λίγο θα πάω να παλέψω μαζί της. Εχω εξοπλιστει με μπολικη χλωρίνη και σημερα θα την νικήσω. Τη πταγματικη μουχλα, την άλλη λέω να την αφήσω. Εχει και αυτη το σκοπο της. Ετσι κι αλλιως είναι και αυτη μια μορφή υπαρξης. Εννίοτε καλη. Εννίοτε. Μιλάει ο επιστημονας τροφίμων μέσα μου. Προτιμα τις ζύμες βέβαια. Για όλες τις ζυμώσεις. Ανεξαιρέτως. Ξέρεις φτιάχνω ξυδια στη δουλεια μου. Πρωτα φτιάχνω κρασι. Μετα το κάνω ξυδι. ΧΑχαχχαχαχα. Και ελιές. Τις παιρνω πικρες και τις βοηθάω να ζυμωθουν. Και γίνονται γλυκές. Ζυμωσεις παντου, με περιτρυγιρίζουν, τις μελετω και προσπαθω να δημιουργήσω τις κατάλληλες συνθηκες για να γίνουν. Τις παρακολουθω σαν να ήτανε μικρα παιδια και τους δινω τη κατάλληλη ώθηση για να φουντώσουν. Και όταν ζυμωνονται, είτε το κρασι, είτε το ξυδι, είτε οι ελιές, βράζουν. Μπουρμπουλήθρες. Βλέπω μπουρμπουλήθες και γελάω. Γιατι έκανα καλα τη δουλεια μου και οι ζυνώσεις συνεχίζονται. Μέχρι κάποια στιγμη να ολοκληρωθουν βέβαια. Και μετα να τυποποιησω. Να βάλω μέσα στα πλαισια το μικρο παιδάκι, τη ζυμωσουλα που με τόση φροντίδα άφησα να εξελιχθει σε όλο της το δυναμικο, να γίνει ένα επαναληψιμο, τυποποιημενο βαζάκι ή μπουκαλάκι. Εχει την ειρωνία του. Τις υπόλοιπες ζυμώσεις βέβαια δε μπορω να τις κατευθυνω. Απλα τις παρατηρω, με κάποια περιέργεια, και παραίτηση, και περιμένω να δω που θα πάνε. Μετα απο τόσα χρόνια, προτιμω αυτη την ελεύθερη δράση τους. Να αφήνω πραγματα απλα να συμβουν. Αν και λέω αρκετές φορές, πρέπει κάτι να κάνω, κάτι να κάνω, να πάω προς τα εκει ίσως. ΑΛλα τελικα δε κάνω τίποτα και αφηνω να τσουλάει. Να δουμε που θα τσουλήσει, τι θα γίνει, τι θα φέρει. Κα΄τι θα φέρει, αυτο είναι το μόνο σίγουρο. Ευτυχως η ζωή δεν είναι στάσιμοι. Ακόμη και οταν μένουμε στάσιμοι εμεις αυτη περνάει. Δε μου αρέσει η φράση μας ξεπερνάει. Ποτε η ζωή δε μας ξεπερνάει. Περνάει μαζί μας, και ακόμη και οι στιγμές που νοιωθουμε ότι μας προσπερνουσε, κάτι μας έχουν δωσει. Και αυτο είναι μια αισιόδοξη σκέψη, κι ας μην σου ακουγεται έτσι. Η ζωή ξέρει. Χαχχαχαχχα και το νερο γνωρίζει. Άσχετο, μου ρθε. Κομμάτι μιας κάποιας συλλογικής μνημης και αυτο. Οπότε η θαλασσα που είναι και νερο και ζωη γμωρίζει και αυτη. Και η θαλασσα μου μιλάει εμένα και ίσως κάποια στιγμη να μου αποκαλύψει τα μυστικά της. Ίσως και να μου τα χει αποκαλύψει ήδη. Και μιας και έχει ήλιο εξω, λέω να πάω για λίγο κοντα της :-)
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2013
Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012
Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011
Beyond the Sea
Είχα σήμερα να πάω σε μιά ομιλία. Υποχρέωση της δουλειάς και ψιλοβαριόμουνα. Και όλες αυτές οι εξελίξεις, ήθελα να μάθω τι θα γίνει. Έκλεισα με μισή καρδιά τη τηλέοραση, εν μέσω συνομιλιών και διαπραγματεύσεων Παπανδρέου Σαμαρά. Πάω, και ακούω τόσα πράγματα που δεν ήξερα, από έναν άνθρωπο εκπληκτικό, με ωραία ροή λόγου. Επιστήμονας, και γνωστός, είπε γεγονότα που πραγματικά δεν είχα ιδέα, οκ, τι να κάνουμε, δυστυχώς, δεν αφήνουμε τους ανθρώπους της γνώσης να μας μεταφέουν όλα αυτά που ξέρουν. Πρώτη αμαρτήσασα εγώ, βαριόμουν να πάω, δε βαριόμουν; Μετά βραβεύσανε μαθητές που είχαν αριστεύσει. (Ω τι γελοιώτης, πάλι άρχισα να κλαίω- με συγκινεί πολύ να βλέπω όλο αυτό το δυναμικό να είναι εγκλωβισμένο, και παρ όλα ταυτα να επιμένει, και να πετυχαίνει - το αυτόν ισχύει και για τον επιστήμοαν που λέγαμε). Γενικά η όλη συγκέντρωση ήταν μια ανάσα αισιοδοξίας. Γυρίζοντας, έμαθα τα καθέκαστα, τις εξελίξεις. Μέχρι αύριο που θα ανακοινωθεί το νέο σχήμα, αφήνομαι να ελπίσω. Που ξες, μπορεί να ναι ένα σχήμα χωρίς παλιό ΠΑΣΟΚ, και που ξες μπορεί τη ψήφο εμπιστοσύνης να την πάρει από βουλευτές από όλα τα κόμματα (εντάξει όχι όλα, το ΚΚΕ δε παίζε), αλλά μπορεί, μπορεί, ένα μικρό ποσοστό από κάθε κόμμα να τη δώσει. Και να έχουμε τη συναίνεση από εκεί που δεν την περιμένουμε. Τεσπα, αυτή είναι η δική μου άποψη, ευχή και ελπίδα. αυριο ας διαψευστω. Σήμερα που είναι όλα ρευστα, ας πάει και στο παλιάμπελο. Και μετά άρχισα να ψάχω στα κανάλια, να ακούσω καμιά είδηση, κανά νεότερο, καμιά ανάλυση, που σαι Πορτοσάλτε; οεο; και έτσι όπως ψάχνω, πέφτω στους τίτλους μιας ταινίας, και παίζει το Beyond the Sea, και δε πειράζει που δεν είναι η ομότιτλη ταινία, γιατί την έχω όλη μέσα στο κεφάλι μου, και τη παίζω σε επανάληψη μέσα στο κεφάλι μου, κάνω το δικό μου σινεμά, με ταινία επιλογής μου, ακούω το τραγουδάκι που με ανεβάζει, βγαίνω και στο μπαλκονάκι μου, στα τριάντα εκατοστά που λέγαμε, και ακούω, μυρίζω, ατενίζω θάλασσα, κι έχει ο Θεός (ναι αυτός στον οποίο δεν πιστεύω, έκφραση είναι μη το παίρνεις της μετροιτης) Το τσουλησα 39 χρόνια, θα το τσουλήσω κι άλλο. Κάπως, Όπως. Δίπλα ή πέρα από τη Θάλασσα. Μάκια.
Κυριακή, Μαΐου 29, 2011
Μετακομίσεις
Πριν 15 χρόνια, μπήκα σε ένα δωμάτιο μινιατούρα, με ένα κρεββάτι μινιατούρα, με χαμηλό ταβάνι και είσαμε 60 εκατοστά γύρω γύρω από το κρεββάτι. Ήταν το δωμάτιο της εστίας στο πανεπιστήμιο στην Αγγλία. Άφησα τις δύο βαλίτσες μου, έκατσα στο κρεββάτι και έκλαψα.
Σήμερα, μπήκα σε ένα δυαράκι, πανάθλιο και πανβρώμικο, με σιχαμένα έπιπλα, με ένα μπαλκόνι είσαμε 30 εκατοστά. Ο καλός μου και ο Ιάσονας ανέβασαν μια αυτοκινητιά πράγματα, συνέφερα δύο ντουλάπια και τα χωσα μέσα, μέσα στον εκνευρισμό μαλώναμε όλη μέρα. Όταν έφυγαν για την Αθήνα, ξάπλωσα στο κρεββάτι, ταβανοσκόπησα και έκλαψα. Ακόμα κλαίω.
Δεκαπέντα χρόνια, μία, δύο, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα μετακομίσεις μετά. Και όπως μέτραγα κάθε σπίτι και αθλιότητα πέρασε μπροστά από τα μάτια μου.
Σύντομα θα υπάρξει και δωδέκατη. Κάνε εκείνη να ναι καλή. Κουράστηκα πιά. Κουράστηκα.
Σήμερα, μπήκα σε ένα δυαράκι, πανάθλιο και πανβρώμικο, με σιχαμένα έπιπλα, με ένα μπαλκόνι είσαμε 30 εκατοστά. Ο καλός μου και ο Ιάσονας ανέβασαν μια αυτοκινητιά πράγματα, συνέφερα δύο ντουλάπια και τα χωσα μέσα, μέσα στον εκνευρισμό μαλώναμε όλη μέρα. Όταν έφυγαν για την Αθήνα, ξάπλωσα στο κρεββάτι, ταβανοσκόπησα και έκλαψα. Ακόμα κλαίω.
Δεκαπέντα χρόνια, μία, δύο, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα μετακομίσεις μετά. Και όπως μέτραγα κάθε σπίτι και αθλιότητα πέρασε μπροστά από τα μάτια μου.
Σύντομα θα υπάρξει και δωδέκατη. Κάνε εκείνη να ναι καλή. Κουράστηκα πιά. Κουράστηκα.
Κυριακή, Μαΐου 01, 2011
αλλιώτικη μέρα
Αλλιώτικη μέρα; Όχι. Όχι. Τελικά όχι.
Γυρίζοντας σήμερα το απόγευμα στη νέα μου πατρίδα (απ' ότι φαίνεται, αλλά ποιός ξέρει τι θα φέρει η κάποια μέρα, ε;) ήμουνα πολύ τυχερή. Με συντρόφεψε στο ραδιόφωνο μια παρουσιάση ενός cd της Τσανακλίδου από τις ζωντανές εμφανίσεις της στο Μετρό. Τη λατρεύω. Σκεφτόμουν αυτή, τη Παπαδόδημα, το τρίφωνο, τη Κάτια Γέρου, το Θαλασσινό, τη Λαζαρίδου, τον πρόσφατα φευγάτο Παπάζογλου, τον Χορν, τη Λαμπέτη κι άλλους κι άλλους κι άλλους, το ανεψουδι μου που χα τη τύχη να δω σήμερα το πρωί και να το σφίξω στην αγκαλιά μου (μα τι βλέμμα είναι αυτό), εννοείται ΤΟΝ ΓΙΟ μου, τη φιλέναδα μου στην αγγλία που μαθα νέα της μετά από πολύ καιρό, και άλλους, πολλούς άλλους (τρεις ώρες οδήγηση είναι αυτή χωράει πολλές πολλές σκέψεις), πλάσματα αγγελικά πλασμένα που γλυκαίνουν τη δική μου τη ζωή, ότι κι αν είναι αυτή. Και πάνω σε σκέψεις οικογενειακές, και σχέδια που τολμάμε να κάνουμε, και ελπίδες που τολμάμε να αρθρώνουμε, πως ίσως, ίσως, ίσως, λες να συμβεί, ίσως και να συμβεί, να μπορέσουμε ξανά να σταθούμε στα πόδια μας, τρεμάμενα ναι, αλλά μπορεί και να μας κρατήσουν, ίσως, καινούργιος μήνας, καινούργια εβδομάδα, καινούργια μέρα αύριο, πάνω σε τέτοιες σκέψεις, έρχεται και το τραγούδι της Τσανακλίδου, και λέω ναι αύριο θα ξυπνήσω το πρωί, κεφάτη, θα τη διώξω τη κωλογκρίνια, θα κάνω τα μάτια μου λουστρίνια, θα πάρω τη ζωή μου από την αρχή. Κάθε μέρα αυτό δε κάνω εξάλλου; Κάθε μέρα σηκώνομαι ξανά και κάνω μια μικρή αρχή. Πως το λένε οι κινέζοι; ένα ταξίδι πολλών χιλιομέτρων αρχίζει με το πρώτο βήμα. Ή κάπως έτσι τελοςπάντων, το πίάσατε το νόημα. Κάθε μέρα μια αρχή. Κάθε στιγμή μια άνασα, βαθιά, πολύ βαθιά, και πάμε πάλι, ξανά, από την αρχή. Βήμα βήμα. Ενιότε προς τα πίσω. Πάω. Περπατάω. Παραπατάω. Όσο μπορώ με μάτια λουστρίνια. Και συνέχισα το ταξίδι προς τη νέα μου πατρίδα, μαζί με όλες τις άλλες τις σκέψεις και τις επόμενες μουσικές, μέσα εκεί στο κουβάρι και οι στίχοι του αλλιώτικη μέρα. Να αγαπώ κι έμενα. Φυσικά. Όλα τα άλλα εύκολο, εμένα το παλεύω. Τη κερδίζουμε αυτή τη μάχη, αμ πως. Κάποια στιγμή έφτασα. Μίλησα με τις αγάπες μου στο τηλέφωνο. Μικρή μελαγχολία. Θα τους ξαναδώ σε δεκαπέντε μέρες. Δε πειράζει. Κι αυτό θα περάσει. Μαζί με τις μικρές αρχές και πολλοί μικροί θάνατοι. Η ζωή δεν είναι μόνο μια σειρά από μικρούς θανάτους. Είναι και μια σειρά από μικρές αρχές. Γράψε λάθος. Ένα κουβάρι από μικρούς θανάτους, μικρές αρχές, μεγάλες αρχές και μεγάλους θανάτους. Ευτυχώς για όλα. Όλο το κουβάρι το θέλω. Δεν το αλλάζω με τίποτα. Είναι το δικό μου κουβάρι. Και είναι όλα μέσα εκεί συγχρόνως. Η σκέψη μου πετάει από το τώρα και τη φωνή του, σε παλιούς αγαπημένους, και σε σκηνές του μελλοντος, και όχι, αυτά που αγάπησα τα αγαπώ ακόμη, δε σβήνουν τα συναισθήματα, και αυτά που μίσησα φυσικά τα μισώ ακόμη, αλλά αυτά δε τα σκέφτομαι συχνά, μόνο αυτά που αγάπησα και τα άφησα, τα μέρη, τις καταστάσεις, και τους ανθρώπους, αχ τους ανθρώπους. Α ναι, με πήρε τηλεφωνο και άλλη μια φίλη από τα παλιά, με αφορμή τη γιορτή του Ιάσονα, και ναι, ναι, μπορεί να μη κρατάω επαφή, είμαι τόσο χάλια στο να κρατάω επαφή, όταν οι δρόμοι των ανθρώπων χωρίζουν, χωρίζουν, δεν έχει νόημα να παλεύεις να χτίζεις αυτές τις τεράστιες κουραστικές γέφυρες, αλλά η αγάπη μένει, οι άνθρωποι μένουν μέσα στην καρδιά μου, πάντα μέσα στη καρδιά μου, και πάντα τους σκέφτομαι, και τους νοσταλγώ, και θα θελα οι δρόμοι μας να μην είχαν χωρίσει, αλλά έτσι είναι, η μέρα, η κάποια μέρα φέρνει ότι είναι να φέρει και οι δρόμοι χωρίζουν, οι καρδιές όμως δεν αδειάζουν, η δικιά μου τουλάχιστον. Κι έτσι, μέσα σε όλο αυτό, έπεσα στις βόλτες μου στο ίντερνετ πάνω σε κάτι πολύ πολύ μακρινό, αναμνήσεις από την εφηβεία μου, τότε που ονειρευόμουν ότι θα γίνω κλασσική κιθαρίστρια, και είχε βγεί, για μια χρονιά μόνο, ένα περιοδικό, το TAR, και μετά σταμάτησε, γιατί φυσικά πως να συντηρήσει το κοινό της κλασσικής κιθάρας ένα τόσο εξειδικευμένο περιοδικό, το οποίο ήταν εκπληκτική δουλειά, και τα έχω τα τεύχη στη βιβλιοθήκη μου σε περίοπτη θέση, τα φέρω τιμητικά, μαρτυρία του τι ήμουνα, υπενθύμιση του πρώτου ονείρου που εγκατέλειψα, που μάλλον ήταν και το μεγαλύτερο, απόδειξη του πόσο λίγη ήμουνα για τα όνειρά μου, αλλά και πόσο πολύ είμαι που τουλάχιστον τα έκανα, και κάνω ακόμη, άσε πάλι πλαγιοδρόμησα, έπεσα λοιπόν πάνω, στην νέα, ηλεκτρονική του έκδοση (http://www.tar-radio.com/), και από εκείνη τη στιγμή ακούω κιθαριστικές μελωδίες, θυμάμαι όλες εκείνες τις συναυλίες που πήγα, εννοείται τον δάσκαλο μου, τι να κάνεις άραγε βρε Στέφανε, πόσο πολύ σε αγάπησα και σένα, και εννοείται είσαι ακόμη μεσα στην καρδιά μου, ανεκπλήρωτοι έρωτες, εκπληρωμένοι έρωτες, φιλίες, συγγενείς που αγαπώ να μίσω, και συγγενείς που απλά αγαπώ, μεγάλο σόι, στιγμές, στιγμές, στιγμές, και αιωνιότητες, γιατί οι στιγμές είναι συνεχεια εκεί, μέσα μου, να διαρκούν, να παίζονται ξανά και ξανά και ξανά. Δε νομίζω ότι υπάρχει στιγμή άξια προσοχής που να καταφέρνει να παραμένει στιγμή, και φυσικά με τίποτα δεν καταφέρνει να παραμείνει ακέραιη, επαναλαμβάνεται μεταλλασόμενη, και από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Να μια στιγμή, που έχει επαναληφθεί άπειρες φορές μέσα στο κεφάλι μου, μόλις άλλη μία. Τον Στέφανο τον αγαπούσα με πάθος από τα δεκατέσσερα μου μέχρι τα δεκαεφτά μου. Η μη ανταπόκριση στον έρωτα μου, οι πανελλήνιες, το ωδείο που κλεισε, η τεμπελιά μου και ένας νέος έρωτας, οδήγησαν το δρόμο μου να χωρίσει από τον δικό του. Στα δεκαεννιά μου, συναντηθήκαμε ξανά. Δε θυμάμαι πως. Θυμάμαι ότι είχε έρθει σπίτι μου, θυμάμαι ότι είχα ντυθεί προκλητικά, θυμάμαι ότι ήταν μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα. Θυμάμαι αυτό το ένα φιλί που μου έδωσε. Κι εγώ φοβήθηκα ότι θα ξαναπάθω κόλλημα μαζί του και το σταμάτησα εκεί. Αυτό το φιλί, με τον ήλιο να πέφτει πάνω στα πρόσωπα μας, αυτή είναι μια τέτοια στιγμή. Άραγε στο δικό του κεφάλι υπήρξε ποτέ επανάληψη. Και αν θυμάται, τι ακριβώς θυμάται; οεο; Και να άλλη μία στιγμή. Άλλος ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Νώντας. Μέσα σε μια σπηλιά, σε εκδρομή της ΕΣΕ, βρίσκει κάτι όμορφες άσπρες πέτρες. Σηκώνει μία και μου τη προσφέρει. Δε θυμάμαι τι μου είπε. Αυτή τη στιγμή, το βλέμμα του και το χέρι που προσφέρει,επαναλαβμανόμενη σκηνή μέσα στο κεφάλι μου, ειδικά το τελευταίο καιρό, γιατί τυχαίνει η νέα μου πατρίδα να ναι σε απόσταση αναπνοής από εκείνη την σπηλιά! Παρεπιμπτόντως, τη πέτρα τη κουβάλουσα πάνω μου συνέχεια, για περίπου δύο χρόνια, όπου την έχασα, τι ειρωνία μέσα σε μιά άλλη σπηλιά, και ήμουνα απαρηγόρητη. Να άλλη μια στιγμή. Ο θόρυβος που έκανε η πέτρα όταν έφυγε από πάνω μου, εγώ κρεμασμένη σε ένα σχοινί, και χτύπησε το πάτο της σπηλιάς. Ακόμη εκωφαντικός είναι. Πως ξέφυγα πάλι έτσι... Από πλάσματα αγγελικά πλασμένα και αλλιώτικές μέρες έφτασα εδώ. Πίσω στο τραγούδι λοιπόν, και στην άρνηση μου. Το κόσμο λοιπόν τον μέτρησα πολλές φορές, θα τον μετρήσω άλλες τόσες, μέσα στα απλά είναι τα ωραία, φυσικά, ζωή απλή και ωραία δε λέω πάντα, (κι ας είναι η ζωή και άλλα πολλά, ο καθένας επιλέγει αυτά που αντέχει) αλλά, αλλά, δε μπορώ να είμαι άστρο που γιαλίζει μέσα σε ανθρωπάκια σκοτεινά ρε γαμώτο, δε μπορούμε να μαστε όλοι λαμπεροί; oh pretty pretty please? Εγώ δε γυαλίζω εξάλλου από μόνη μου, δεν είμαι αυτόφωτο, είμαι καθρέφτης, των ανθρώπων και των στιγμών που χω στη καρδιά μου. Κι αν γυάλιζα σήμερα ήταν γιατί ήμουνα με την οικογενεια μου, ηλιόλουστη μέρα με καφέ. και μετά είδα το ανεψούδι μου (αυτό είναι αυτόφωτο!). Τι καλό που κάνει ένας καφές!
Γυρίζοντας σήμερα το απόγευμα στη νέα μου πατρίδα (απ' ότι φαίνεται, αλλά ποιός ξέρει τι θα φέρει η κάποια μέρα, ε;) ήμουνα πολύ τυχερή. Με συντρόφεψε στο ραδιόφωνο μια παρουσιάση ενός cd της Τσανακλίδου από τις ζωντανές εμφανίσεις της στο Μετρό. Τη λατρεύω. Σκεφτόμουν αυτή, τη Παπαδόδημα, το τρίφωνο, τη Κάτια Γέρου, το Θαλασσινό, τη Λαζαρίδου, τον πρόσφατα φευγάτο Παπάζογλου, τον Χορν, τη Λαμπέτη κι άλλους κι άλλους κι άλλους, το ανεψουδι μου που χα τη τύχη να δω σήμερα το πρωί και να το σφίξω στην αγκαλιά μου (μα τι βλέμμα είναι αυτό), εννοείται ΤΟΝ ΓΙΟ μου, τη φιλέναδα μου στην αγγλία που μαθα νέα της μετά από πολύ καιρό, και άλλους, πολλούς άλλους (τρεις ώρες οδήγηση είναι αυτή χωράει πολλές πολλές σκέψεις), πλάσματα αγγελικά πλασμένα που γλυκαίνουν τη δική μου τη ζωή, ότι κι αν είναι αυτή. Και πάνω σε σκέψεις οικογενειακές, και σχέδια που τολμάμε να κάνουμε, και ελπίδες που τολμάμε να αρθρώνουμε, πως ίσως, ίσως, ίσως, λες να συμβεί, ίσως και να συμβεί, να μπορέσουμε ξανά να σταθούμε στα πόδια μας, τρεμάμενα ναι, αλλά μπορεί και να μας κρατήσουν, ίσως, καινούργιος μήνας, καινούργια εβδομάδα, καινούργια μέρα αύριο, πάνω σε τέτοιες σκέψεις, έρχεται και το τραγούδι της Τσανακλίδου, και λέω ναι αύριο θα ξυπνήσω το πρωί, κεφάτη, θα τη διώξω τη κωλογκρίνια, θα κάνω τα μάτια μου λουστρίνια, θα πάρω τη ζωή μου από την αρχή. Κάθε μέρα αυτό δε κάνω εξάλλου; Κάθε μέρα σηκώνομαι ξανά και κάνω μια μικρή αρχή. Πως το λένε οι κινέζοι; ένα ταξίδι πολλών χιλιομέτρων αρχίζει με το πρώτο βήμα. Ή κάπως έτσι τελοςπάντων, το πίάσατε το νόημα. Κάθε μέρα μια αρχή. Κάθε στιγμή μια άνασα, βαθιά, πολύ βαθιά, και πάμε πάλι, ξανά, από την αρχή. Βήμα βήμα. Ενιότε προς τα πίσω. Πάω. Περπατάω. Παραπατάω. Όσο μπορώ με μάτια λουστρίνια. Και συνέχισα το ταξίδι προς τη νέα μου πατρίδα, μαζί με όλες τις άλλες τις σκέψεις και τις επόμενες μουσικές, μέσα εκεί στο κουβάρι και οι στίχοι του αλλιώτικη μέρα. Να αγαπώ κι έμενα. Φυσικά. Όλα τα άλλα εύκολο, εμένα το παλεύω. Τη κερδίζουμε αυτή τη μάχη, αμ πως. Κάποια στιγμή έφτασα. Μίλησα με τις αγάπες μου στο τηλέφωνο. Μικρή μελαγχολία. Θα τους ξαναδώ σε δεκαπέντε μέρες. Δε πειράζει. Κι αυτό θα περάσει. Μαζί με τις μικρές αρχές και πολλοί μικροί θάνατοι. Η ζωή δεν είναι μόνο μια σειρά από μικρούς θανάτους. Είναι και μια σειρά από μικρές αρχές. Γράψε λάθος. Ένα κουβάρι από μικρούς θανάτους, μικρές αρχές, μεγάλες αρχές και μεγάλους θανάτους. Ευτυχώς για όλα. Όλο το κουβάρι το θέλω. Δεν το αλλάζω με τίποτα. Είναι το δικό μου κουβάρι. Και είναι όλα μέσα εκεί συγχρόνως. Η σκέψη μου πετάει από το τώρα και τη φωνή του, σε παλιούς αγαπημένους, και σε σκηνές του μελλοντος, και όχι, αυτά που αγάπησα τα αγαπώ ακόμη, δε σβήνουν τα συναισθήματα, και αυτά που μίσησα φυσικά τα μισώ ακόμη, αλλά αυτά δε τα σκέφτομαι συχνά, μόνο αυτά που αγάπησα και τα άφησα, τα μέρη, τις καταστάσεις, και τους ανθρώπους, αχ τους ανθρώπους. Α ναι, με πήρε τηλεφωνο και άλλη μια φίλη από τα παλιά, με αφορμή τη γιορτή του Ιάσονα, και ναι, ναι, μπορεί να μη κρατάω επαφή, είμαι τόσο χάλια στο να κρατάω επαφή, όταν οι δρόμοι των ανθρώπων χωρίζουν, χωρίζουν, δεν έχει νόημα να παλεύεις να χτίζεις αυτές τις τεράστιες κουραστικές γέφυρες, αλλά η αγάπη μένει, οι άνθρωποι μένουν μέσα στην καρδιά μου, πάντα μέσα στη καρδιά μου, και πάντα τους σκέφτομαι, και τους νοσταλγώ, και θα θελα οι δρόμοι μας να μην είχαν χωρίσει, αλλά έτσι είναι, η μέρα, η κάποια μέρα φέρνει ότι είναι να φέρει και οι δρόμοι χωρίζουν, οι καρδιές όμως δεν αδειάζουν, η δικιά μου τουλάχιστον. Κι έτσι, μέσα σε όλο αυτό, έπεσα στις βόλτες μου στο ίντερνετ πάνω σε κάτι πολύ πολύ μακρινό, αναμνήσεις από την εφηβεία μου, τότε που ονειρευόμουν ότι θα γίνω κλασσική κιθαρίστρια, και είχε βγεί, για μια χρονιά μόνο, ένα περιοδικό, το TAR, και μετά σταμάτησε, γιατί φυσικά πως να συντηρήσει το κοινό της κλασσικής κιθάρας ένα τόσο εξειδικευμένο περιοδικό, το οποίο ήταν εκπληκτική δουλειά, και τα έχω τα τεύχη στη βιβλιοθήκη μου σε περίοπτη θέση, τα φέρω τιμητικά, μαρτυρία του τι ήμουνα, υπενθύμιση του πρώτου ονείρου που εγκατέλειψα, που μάλλον ήταν και το μεγαλύτερο, απόδειξη του πόσο λίγη ήμουνα για τα όνειρά μου, αλλά και πόσο πολύ είμαι που τουλάχιστον τα έκανα, και κάνω ακόμη, άσε πάλι πλαγιοδρόμησα, έπεσα λοιπόν πάνω, στην νέα, ηλεκτρονική του έκδοση (http://www.tar-radio.com/), και από εκείνη τη στιγμή ακούω κιθαριστικές μελωδίες, θυμάμαι όλες εκείνες τις συναυλίες που πήγα, εννοείται τον δάσκαλο μου, τι να κάνεις άραγε βρε Στέφανε, πόσο πολύ σε αγάπησα και σένα, και εννοείται είσαι ακόμη μεσα στην καρδιά μου, ανεκπλήρωτοι έρωτες, εκπληρωμένοι έρωτες, φιλίες, συγγενείς που αγαπώ να μίσω, και συγγενείς που απλά αγαπώ, μεγάλο σόι, στιγμές, στιγμές, στιγμές, και αιωνιότητες, γιατί οι στιγμές είναι συνεχεια εκεί, μέσα μου, να διαρκούν, να παίζονται ξανά και ξανά και ξανά. Δε νομίζω ότι υπάρχει στιγμή άξια προσοχής που να καταφέρνει να παραμένει στιγμή, και φυσικά με τίποτα δεν καταφέρνει να παραμείνει ακέραιη, επαναλαμβάνεται μεταλλασόμενη, και από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Να μια στιγμή, που έχει επαναληφθεί άπειρες φορές μέσα στο κεφάλι μου, μόλις άλλη μία. Τον Στέφανο τον αγαπούσα με πάθος από τα δεκατέσσερα μου μέχρι τα δεκαεφτά μου. Η μη ανταπόκριση στον έρωτα μου, οι πανελλήνιες, το ωδείο που κλεισε, η τεμπελιά μου και ένας νέος έρωτας, οδήγησαν το δρόμο μου να χωρίσει από τον δικό του. Στα δεκαεννιά μου, συναντηθήκαμε ξανά. Δε θυμάμαι πως. Θυμάμαι ότι είχε έρθει σπίτι μου, θυμάμαι ότι είχα ντυθεί προκλητικά, θυμάμαι ότι ήταν μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα. Θυμάμαι αυτό το ένα φιλί που μου έδωσε. Κι εγώ φοβήθηκα ότι θα ξαναπάθω κόλλημα μαζί του και το σταμάτησα εκεί. Αυτό το φιλί, με τον ήλιο να πέφτει πάνω στα πρόσωπα μας, αυτή είναι μια τέτοια στιγμή. Άραγε στο δικό του κεφάλι υπήρξε ποτέ επανάληψη. Και αν θυμάται, τι ακριβώς θυμάται; οεο; Και να άλλη μία στιγμή. Άλλος ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Νώντας. Μέσα σε μια σπηλιά, σε εκδρομή της ΕΣΕ, βρίσκει κάτι όμορφες άσπρες πέτρες. Σηκώνει μία και μου τη προσφέρει. Δε θυμάμαι τι μου είπε. Αυτή τη στιγμή, το βλέμμα του και το χέρι που προσφέρει,επαναλαβμανόμενη σκηνή μέσα στο κεφάλι μου, ειδικά το τελευταίο καιρό, γιατί τυχαίνει η νέα μου πατρίδα να ναι σε απόσταση αναπνοής από εκείνη την σπηλιά! Παρεπιμπτόντως, τη πέτρα τη κουβάλουσα πάνω μου συνέχεια, για περίπου δύο χρόνια, όπου την έχασα, τι ειρωνία μέσα σε μιά άλλη σπηλιά, και ήμουνα απαρηγόρητη. Να άλλη μια στιγμή. Ο θόρυβος που έκανε η πέτρα όταν έφυγε από πάνω μου, εγώ κρεμασμένη σε ένα σχοινί, και χτύπησε το πάτο της σπηλιάς. Ακόμη εκωφαντικός είναι. Πως ξέφυγα πάλι έτσι... Από πλάσματα αγγελικά πλασμένα και αλλιώτικές μέρες έφτασα εδώ. Πίσω στο τραγούδι λοιπόν, και στην άρνηση μου. Το κόσμο λοιπόν τον μέτρησα πολλές φορές, θα τον μετρήσω άλλες τόσες, μέσα στα απλά είναι τα ωραία, φυσικά, ζωή απλή και ωραία δε λέω πάντα, (κι ας είναι η ζωή και άλλα πολλά, ο καθένας επιλέγει αυτά που αντέχει) αλλά, αλλά, δε μπορώ να είμαι άστρο που γιαλίζει μέσα σε ανθρωπάκια σκοτεινά ρε γαμώτο, δε μπορούμε να μαστε όλοι λαμπεροί; oh pretty pretty please? Εγώ δε γυαλίζω εξάλλου από μόνη μου, δεν είμαι αυτόφωτο, είμαι καθρέφτης, των ανθρώπων και των στιγμών που χω στη καρδιά μου. Κι αν γυάλιζα σήμερα ήταν γιατί ήμουνα με την οικογενεια μου, ηλιόλουστη μέρα με καφέ. και μετά είδα το ανεψούδι μου (αυτό είναι αυτόφωτο!). Τι καλό που κάνει ένας καφές!
Κυριακή, Απριλίου 10, 2011
αυτά
Καθόμαστε με τους κουμπάρους σε ένα συνοικιακό ταβερνάκι, ήλιος, πλατεία, τα παιδιά παίζουν, χαρά θεού, συμπαθητικό φαγητό, όμορφη παρέα, τι άλλο να ζητήσει κανείς। Κι έτσι όπως έχουμε αποφάει, και είμαστε πλήρεις από όμορφη παρέα, και ωραία κουβέντα και χαρούμενα παιδιά, κι όλα καλά, μια γιαγιά, γύρω στα εβδομήντα, καλοστεκούμενη, με το ταγεράκι της, περιποιημένη, στέκεται κοντά στο τραπέζι μας, και μας λέει: "Τώρα που τελειώσατε τι με καλέσατε;" Παίρνει μια μπουκιά ψωμί, "Μπορώ;" και βάζει λίγη φάβα। "Είμαι και γριά δε μπορώ να μασήσω καλά"। Καθίστε της λέμε, παίρνει ένα πιάτο με κάτι μακαρονάκια που είχανε περισσέψει και τρώει। "Τι τραβάει η ψυχή σας να σας το παραγγείλουμε;" "Τίποτα, τίποτα κοπέλα μου, την ευχή μου να χετε"
Γαμώτο μου, θα μπορούσε να είναι η μάνα μου, γαμώτο μου. Τα αποφάγια μου, γαμώτο μου. Τα αποφάγια μου. Και δε με άφησε ούτε ένα πιάτο φρέσκο φαγητό να της προσφέρω γαμώτο μου.
Και σιωπώ
Γαμώτο μου, θα μπορούσε να είναι η μάνα μου, γαμώτο μου. Τα αποφάγια μου, γαμώτο μου. Τα αποφάγια μου. Και δε με άφησε ούτε ένα πιάτο φρέσκο φαγητό να της προσφέρω γαμώτο μου.
Και σιωπώ
Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2011
Τι ηρωικό πράγμα τελικά η καθημερινότητα!
Θα λεγα δε πάω καλά. Αλλά όχι, μια χαρά πάω.
Παρέλαση. Τα παιδιά περνάνε μπροστά μας. Κορίτσια λεβέντικα, περπάτημα περήφανο. Αγόρια έφηβα, μουρόχαβλα. Δεν άλλαξε και τίποτα από τις μέρες μου. Κάνω μια έτσι, και καμαρώνω κάτι κοριτσάρες, δεκάξι, δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονών, να βαράνε τα τύμπανα, το κεφάλι ψηλά, και με πιάνουν τα κλάματα. Που να κρυφτώ, να μη με πάρουνε χαμπάρι. Πρώτη σκέψη δε πάω καθόλου καλά. Μόνο για λίγο. Δεύτερη σκέψη, απόλυτη επίγνωση του γιατί βούρκωσα, και τιμή μου και καμάρι μου. Μια χαρά πάω. Όσο μπορώ ακόμη να πληγώνομαι και να ντρέπομαι κοιτάζοντας αυτά τα παιδιά, το παρελθόν, το κάποτε μέλλον μου, το μέλλον τους, και να πονάω, μια χαρά πάω.
Λέει σήμερα, ο χριστιανισμός γιορτάζει την εξύψωση του ανθρώπου. Η Πατρίδα, το ότι αναγεννήθηκε, και σχηματίστηκε. Κάποτε.
Ο γιος μου ότι δεν έχει διάβασμα.
Εγώ, το ότι ακόμη έχω πράγματα να χάσω.
*Ο τίτλος από άρθρο του Μάνου Στεφανίδη, από το οποίο μόνο αυτή η φράση μου μίλησε, αλλά μου μίλησε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)