Δευτέρα, Αυγούστου 27, 2007

παράνοια... ε, στην Έλλαδα ζεις...

Η Έλλαδα καίγεται. Και τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Δε νοιώθω οργή, ούτε θλίψη, δε ξέρω τι να νοιώσω. Πεισματικά θέλω να κρατήσω τη τηλεόραση κλειστή, τα ραδιόφωνα κλειστά, να μη δω άνθρωπο, να μην ακούω άλλο, να μη μαθαίνω, να κλειστώ στη φούσκα μου, και πεισματικά ανοιγω τη τηλέοραση, το ραδιόφωνο, τον υπολογιστή... Τελειωσε ο εφιάλτης ακόμη; Το σπίτι γεμάτο στάχτες, τα παντζούρια ερμειτικά κλειστά δε καταφέρνουν να κρατήσουν τη πραγματικότητα απέξω.
Παράνοια. Αυτό που συμβαίνει δεν έχει νόημα. Δε μπορώ καν να φανταστώ ποιός επωφελείται από αυτό. Δεν έχει λογική. Το μυαλό αδυνατεί να κατανοήσει τα ακατανόητα. Ποιά συμφέροντα; Παράνοια. Και η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να αντεπεξέλθει προσθέτει στην παράνοια. Πως είναι δυνατόν να μη μπορούν να κάνουν κάτι. Στην εποχή μας. Με τη τεχνολογία που διαθέτουμε. Στο google earth βλέπω τις δορυφορικές εικόνες. Είναι πολύ παλιές. Βάζω στη μηχανή αναζήτησης το ταχυδρομικό κωδικό του παλιού μου σπιτιού. Ζουμάρω και μπορώ να δω τη μανόλια που είχα στο κήπο μου. Το κάνω συχνά αυτό όταν νοσταλγώ αλλοτινές εποχές. Με εντυπωσιάζει η δυνατότητα που μας δίνει η τεχνολογία. Πως είναι δυνατόν στην εποχή μας να μη μπορούν να πιάσουν εμπρηστές, να μη μπορούν να βρουν ένα τρόπο να προλαμβάνουν, να μη μπορούν να βρουν ένα τρόπο να αντιδράσουν άμεσα; Η μητέρα μου με ενημέρωσε ότι έτοιμασε ένα σακβουαγιάζ με τα απαραίτητα να μπορεί να φύγει άμεσα. Κοίταξα το σπίτι μου και σκέφτηκα "πρέπει να κάνω μιά ασφάλεια περιεχομένων". Ο καλός μου είπε "ο στόχος λοιπόν επιτεύχθηκε. Όταν μέσα στην Αθήνα, στο Χαλάνδρι, δε νοιώθεις ασφαλής, η κρατική μηχανή έχει αποτύχει, και κανείς δε νοιώθει πιά ασφαλής" Η Έλλαδα καίγεται. Και τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Ούτε καν η ελπίδα. Και εμείς αδύναμοι μπροστά σε όλα αυτά, τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε. Θυμήθηκα τότε με τους δίδιμους πύργους, το τρόμο που είχε πέσει σε όλη την αγγλία, και πως πολύ γρήγορα, πήραν μέτρα ασφαλείας και οι πολίτες επανέκτησαν την εμπιστοσύνη τους ότι υπάρχει κρατικός μηχανισμός που θα τους προστατέψει. Και το χειρότερο εκστομίζεται, "στην ελλάδα ζεις". Αυτό που δε θα έπρεπε καν να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να το σκεφτόμαστε, αλλά ξανά και ξανά, έρχεται στο μυαλό. Εμείς οι ίδιοι, ένοχοι της αναλγησίας μας. Λέμε ένα "στην ελλάδα ζεις" και κάνουμε αυτά που κατηγορούμε. Γνωστοί μου δηλώνουν ψεύτικες διευθύνσεις για να έχουν προνόμια άλλων δήμων. ε, στη ελλάδα ζεις. Πριν τρεις μήνες μεγάλη διαμαρτυρία για την αμαλία και τα φακελάκια, τις προάλλες στο περίπτερο έξω από τον άγιο Σάββα, περιμένω να αγοράσω τους καρκίνους μου, τρεις μπροστά μου αγόρασαν φακελάκια. ε, στην ελλάδα ζεις. Το πρωί πάλευα με τηλεφωνικά κέντρα καταστημάτων να βρω το δίκιο μου ως καταναλωτής, τίποτα. ε, στην ελλάδα ζεις. Στο Allou fun Park, πλήρωσα το γελοίο κόστος μιας οικογενειακής εξόδου, ε, στην ελλάδα ζεις. Μπροστά μου σήμερα φορτηγό, στην εθνική, με χαλασμένη τη πίσω πόρτα, να ανοιγοκλείνει απειλητικά, ε, στην ελλάδα ζεις. Ξανά και ξανά, ανεχόμαστε και διαιωνίζουμε, και δε μπορούμε καν να βρούμε το τρόπο να αντισταθούμε.

Αχ, Ελλάδα σε αγαπώ
Πριν λαλήσει πετεινός δεκατρεις φορές με αρνείσαι

Δε γουστάρω να με ξαναστείλεις στην εξορία

Ζω στην Ελλάδα. Δε θέλω πιά να ζω έτσι στην Ελλάδα
Σε τρεις εβδομάδες εκλογές
Τι να ρίξω στη ρημαδοκάλπη, τι;

Μεθαύριο πάντως θα είμαι εκεί.
Όσο κι αν ξέρω ότι είναι μάταιο, θα πάω.
Μέχρι να βρούμε ένα καλύτερο τρόπο αντιδρασης τουλάχιστον ας κάνουμε αυτό.
Ας διαμαρτυρηθούμε, κι ας μην μας ακούει κανείς. Τουλάχιστον να διαμαρτυρηθούμε.

Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2007

ούτε με νοιάζει ούτε με αφορά

Δε με αφορά γιατί δε με νοιάζει... Δε με νοιάζει γιατί δε με αφορά... Επιστροφή στις επάλξεις σου λέει, μα δεν είναι πόλεμος σκέφτομαι. Δε μιλώ. Δε με νοιάζει να πείσω εσένα ούτε εμένα. Δε με αφορά. Κολλάω το χαμόγελο στο πρόσωπο και περιγράφω πόσο ωραία πέρασα. Δε σε νοιάζει εξάλλου, κουβέντα να γίνεται. Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη μου εποχή, ένα χαμένο καλοκαίρι είναι για μένα χαμένη χρονιά. Το καλοκαίρι δε τελείωσε, αρνούμαι να χάσω τη φετινή χρονιά. Και αν δε προλάβω και με προλάβει η παγωνιά και το χιόνι, που ξες, είμαι τρελή εγώ, θα πάω στο άλλο ημισφαίριο. Κυνηγώντας ένα καλοκαίρι που επιμένει να μου διαφεύγει. Έλα να βγάλουμε όλες τις πιέσεις από τη ζωή μας μπας και χαλαρώσουμε λιγάκι. Κι έλα να βάλουμε άλλες, διαφορετικές, μπας και νοιώσουμε ότι κάπου πάμε. Κι όμως δεν έχω διάθεση ούτε για ξεφορτώματα ούτε για φορτώματα. Δε με νοιάζουν, δε με αφορούν. Η αδιαφορία αυτή σκοτώνει. Ότι είμαι. Ότι κι αν είναι αυτό. Με θλίβει, ή μάλλον με συνθλίβει. Όταν τίποτα δεν έχει νόημα, ουσία, λόγο. Οι μέρες κυλάνε σπρώχνοντας. Δε με αφορούν. Αναπνέω, κινούμαι, μιλάω, πράττω έτσι για να τσουλήσει. Φυσική άμυνα. Δε πονάει έτσι, ή μάλλον πονάει αλλιώς. Η ροή συνεχίζεται αλλά εγώ παραμένω ακίνητη. Ούτε αυτό αντέχεται.

Κλείνω τα μάτια και φέρνω την εικόνα σου. Με ισορροπείς. Κάνε με μια αγκαλιά να καλονυχτήσω, κι όταν ξυπνήσεις το πρωί, άλλη μια, να ξεκινήσει όμορφα η μέρα. Να της δώσεις ένα κέντρο, μια ουσία. Να μου θυμήσεις κάτι που να με νοιάζει και να με αφορά.
Όχι, σήμερα δε τα κατάφερα να θυμηθώ, μη σταματάς όμως, ίσως αυριο. Σε αγαπώ ξέρεις, το νοιώθεις; Το νοιώθεις. Πάλι καλά, τουλάχιστον αυτό δε το έχασα ακόμη. Και ξέρεις τι με πονάει πιότερο; Που δε μπορώ να αφεθώ μέσα στη χαρά σου. Θα με αγακλιάσεις πάλι, σήμερα το βράδυ κι αυριο το πρωί. Τόσο σφιχτά που να πονέσω. Και μεθαύριο. Μέχρι να επανέλθω. Το ξέρω ότι θα το κάνεις μέχρι να επανέλθω. Είσαι η αγκυρά μου και η αλυσίδα που με κρατάει είναι πολλά γερή. Μέχρι να επανέλθω λοιπόν. Όχι στις επάλξεις. Στο καλοκαίρι που σου, μας, χρωστάω.

Τετάρτη, Αυγούστου 08, 2007

στρατιωτάκια ακούνητα αγέλαστα αμίλητα

Μουδιασμένη. Ακινητοποιημένη. Με το ένστικτο, τη κοιλιά μου που λέω εγώ, να μην έχει κάτι σαφές να μου πει. Βουητό στο μυαλό, παγωμένα αισθήματα. Στέκομαι λοιπόν και περιμένω. Περιμένω. Περιμένω. Δε ξέρω τι, δε μπορώ καν να φανταστώ. Το μόνο που μπορώ να κάνω, το μόνο που αυτή τη στιγμή η κοιλιά μου δέχεται, είναι να περιμένω. Και να παρατηρώ. Προσπαθώ να παρατηρώ. Τις σκέψεις, τις αντιδράσεις του κορμιού, την ανακατωσούρα στο στομάχι, αχ αυτή την ανακατωσούρα που μου λέει ότι όλα τα βήματα είναι λάθος. Στάσου μου λέει. Και εγώ στέκομαι. Περιμένω. Μαθαίνω να περιμένω. Να δράσω δια της απραξίας. Περιμένω. Και το στομάχι με καθυσηχάζει, σε λίγο όλα θα είναι ξεκάθαρα, και θα δεις με σιγουριά ποιό το επόμενο βήμα. Περιμένω λοπόν.

Κυριακή, Αυγούστου 05, 2007

Συμμορφώσου

...



(τι να πω;
τα είπες όλα)

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007

Τα μάτια βουρκώνουν, το πείσμα θεριεύει.

Μου λεγε τις προάλλες φίλος, ότι είμαι πολύ δυνατή. Και γενναία, πρόσθεσε. Κάτι πήγα να ψελίσω, ότι, όχι, όχι εγώ φοβάμαι, εγώ είμαι αδύναμη, αλλά το βούλωσα. Ποιόν να κοροιδέψω; Τον εαυτό μου; Αφού δε μπορώ. Αυτός τα ξέρει όλα. Μου κάνει τη χάρη να με αφήνει να νομίζω αλλιώς, αλλά που να κρυφτώ. Άσκοπο. Τον φίλο μου; Κι αυτός με ξέρει. Είκοσι συναπτά έτη με έμαθε πιά. Όχι τόσο καλά. Νόμιζε ότι μου έκανε κοπλιμέντο. Μόνο ονομάτιζε την κατάρα μου. Του απάντησα "Δε γουστάρω να μαι δυνατή. Κουράστηκα. " Και κείνη τη στιγμή σκέφτηκα, ότι τελικά δεν έχει και σημασία που το λέω αυτό, που αναζητώ να βρω ένα βράχο να ξαποστάσω, δεν έχει σημασία, γιατί και βράχο να βρω, εμένα η φύση μου είναι να χρησιμοποιώ τη δύναμη μου. Σκέφτηκα, έχω το χάρισμα/κατάρα ακόμη κι όταν βρίσκονται βράχοι στο δρόμο μου, με έναν τελείως φυσικό τρόπο να χάνουν όλο το σκληρό τους σταθερό περίβλημα και να γίνονται μαλακότεροι κι από μαξιλάρια. Και τελικά ίσως κάπου να μου αρέσει να είμαι δυνατή. Αλλιώς δε θα επέλεγα ξανά και ξανά και ξανά να στηρίζομαι σε μένα και μόνο. Κάνω δειλές κρούσεις επικλήσεις στήριξης, ίσως και να πιέζω τον εαυτό μου να την απαιτήσει; και το κάνω τόσο άγαρμπα, μα τόσο άγαρμπα, ειδικά το τελευταίο καιρό, το ζητάω, το ζητάω πολύ, αλλά τελικά δε νομίζω και να το θέλω. Γιατι η δύναμη είναι ελευθερία. Μεγάλη ελευθερία. Γιατί επιμένω να φυλακίζω τον εαυτό μου σε ανύπαρκτες αδυναμίες; Και τελικά τι μου μένει; Να αναγνωρίσω τη δυναμη μου, και να την καλωςορίσω. Και όσο για τη κούραση; Κάτι μου λέει ότι τη στιγμή που θα σταματήσω να αντιστέκομαι στη κατάρα μου, θα ξεκουραστώ αυτόματα.
Αυτά τα μάτια γιατί συνεχίζουν να θολώνουν;

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2007

Μπλογκοπαιχνιδια - φράσεις και αμπελοφιλοσοφίες

Απαντώ στη πρόσκληση της Ρενάτας

Οι φράσεις που η φιλενάδα διάλεξε για μας που παίρνουμε τη σκυτάλη

1. “It is easier to fight for one’s principles than to live up to them.” Alfred Adler

Και έτσι είναι δυστυχώς, θα συμφωνήσω. Και το χειρότερο οι καλοί από εμάς όταν αδυνατούμε να τηρήσουμε τις αρχές μας νοιώθουμε τύψεις, πολλές τύψεις. Και εκεί είναι που πρέπει να σταθούμε και λίγο ίσως να αναλογιστούμε. Γιατί να είναι τόσο δύσκολο να ακολουθούμε τις αρχές μας; Μήπως κάποιο λάκο έχει η φάβα; Γιατί βασικά εμένα αυτό που μου λέει είναι πρόσεχε ποιές είναι οι αρχές σου, και τελικά αν δε μπορείς εσύ ο ίδιος να τις τηρήσεις μήπως διαλέγεις για αρχές κάτι μη ταιριαστό; κάτι που νομίζεις ότι θα έπρεπε να πρεσβεύεις, μήπως έχεις φτιάξεις έναν ιδανικό εαυτό, μια ιδεατη εικόνα του κόσμου, μη πραγματοποιήσιμη; Και όπως μεγαλώνοντας ανακαλύπτω ότι υποπέφτω σε συνήθειες και πράξεις που κορόιδευα ή αποδοκίμαζα, και καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί γίνεται αυτό, γιατί είμαστε άνθρωποι, με πάθη και με λάθη, άνθρωποι με αδυναμίες, τόσες μα τόσες αδυναμίες, και έτσι μεγαλώνοντας, μαθαίνω σιγά σιγά να χαμηλώνω λίγο τους τόνους, και να επιλέγω τις μάχες μου, και να νερώνω την απολυτότητα μου, και να αναγνωρίζω λίγες μόνο βασικές αρχές, πχ μη κάνεις κακό στους άλλους ηθελειμένα, τόσο μα τόσο βασικές, και όλα τα άλλα, άσε τον καθένα να τα βιώνει και να πορεύεται όπως θέλει και μπορεί, και άσε και τον εαυτό σου παρομοίως. Αρκετες πιέσεις δεν έχουμε στη ζωή μας;

2. “Ο δρόμος είναι η χαρά”. - Ρενάτα

Α, ρε φιλενάδα έτσι θα έπρεπε να είναι, ή μάλλον το αυτόν ευχόμαστε για όλους, αλλά άλλο να το λες άλλο να το κάνεις. Κι εξάλλου, η συνεχής χαρά, εκτό από ανέφικτη είναι και λίγο βαρετή. Καλώς ή κακώς τη χρειαζόμαστε τη δυσκολία και τη λύπη, και τις απώλειες, ειδικά τις απώλειες, για να εκτιμήσουμε και πραγματικά να γευτούμε τη χαρά. Εγώ δε συμφωνώ, θα έλεγα ο δρόμος είναι η ζωή, ο προορισμος ανευ ουσίας, και μέσα στο δρόμο, βρίσκεις και όλιγη από χαρά, και ολίγο από το άλλο, και ολίγο από το παραπέρα. Φυσικά προσπαθούμε και πορευομαστε και έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας για όσο μεγαλύτερες δόσεις χαράς μπορούμε.

Και οι φράσεις που εγώ διαλέγω και παραδίδω στους επόμενους

3.
Ήθος ανθρώπω δαίμων" Ηρακλειτος

Γιατί καλά θα ήτανε να μην είμασταν υπεύθυνοι για τη ζωή μας, αλλα δυστυχώς ευτυχώς είμαστε, δεν έχουμε αποδιοπομπαίο τράγο, ούτε μπορούμε να χαριεντιζόμαστε ότι ίσως και άλλοι άνθρωποι ή καταστάσεις, ή τι ωραία δικαιολογία θα ήτανε, το πεπρωμένο, η μοίρα, ο Θεός, βάλανε το χαιράκι τους. Καθένας έχει αυτό που του αξίζει, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, ή μάλλον καθένας έχει αυτό που επιθυμεί, αυτό και αν είναι σκληρό, και πως να το αποδεχτείς, αλλά ο εαυτός, ο χαρακτήρας, εγω, φέρνω τα πάντα στο παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η ζωή θα μπορούσε να είναι ένα σουπερμαρκετ, ποιός μου φταίει αν εγώ ψωνίζω λάθος;

4. be and let be - αλκιμήδη
- ίσως να το πε κι άλλος, αλλά τόσο το πιστεύω που το οικιοποιούμαι...


Και μακάρι κάποτε να μπορέσω να το εφαρμόσω. Να το εφαρμόσεις στους άλλους το πιό εύκολο, στον εαυτό δύσκολο. Αλλά, το να μπορείς απλά να είσαι, χωρίς κρίσεις, χωρίς επιθυμίες, χωρίς μετάνοιες, χωρίς τύψεις, χωρίς να θέλεις κάτι να αλλάξεις, να αποδέχεσαι (και όπως τελευταία ανακαλύπτω η σωστή λέξη δεν είναι αποδοχή, αλλά αναγνώριση) να αναγνωρίζεις λοιπόν το "είναι", το δικό σου και του άλλου, και της κατάστασης, και να μην έχεις καμία μα καμία άποψη πάνω σε αυτό, να μπορείς να βλέπεις το είναι όπως είναι, και να το αφήνεις να είναι, βιώνοντας ότι κι αν είναι, είναι πολύ δύσκολο αλλά συγχρόνως και πολύ λυτρωτικό.



Και παραδίδω τη σκυτάλη στους εξείς αγαπητούς
δείμος
nuwanda
asteroid
βρόμιος

και την αγαπητή
κρεμούλα






Δευτέρα, Ιουλίου 23, 2007

Μπλογκοπαιχνιδια ανάκατα - προορισμοί πρώτα

Με προσκάλεσε η γλυκειά μου η Ρενάτα σε δύο !!! παιχνιδάκια, να μιλήσω για αγαπημένους προορισμούς και να σχολιάσω φράσεις (μια ευγενική contruption του ανήσυχου, που με την ευκαιρία ανακάλυψα και το μπλογκάκι του, βιαστική ματιά έκανα, γιατί παιδί μου άφησες τη πάντειο και μπορώ εγώ να έχω τη θέση σου, please please please, oh pretty please?)
Και όσο και να θέλω να την ευχαριστήσω τη φιλενάδα θα της το χαλάσω, γιατί σημερα μέχει πιάσει μια μελαγχολία, και έχω κι άλλες πολλές σκέψεις ανάκατες στο μυαλό μου, και ως γνωστόν, είναι βεβαρημένο το καψερό και υπερφορτώνει εύκολα.
Anyway, and anyhow, just the mere though of speaking of beloved places, returns me to the one place I consider home, because it was the home I chose, through circumstance it is true, but I chose it and never remorsed the choice and no matter how much I said, that I was torn between places, το τόπο που γεννήθηκα και το αίμα που έλλαχε να ρέει μέσα μου, την Ελλάδα, και από την Ελλάδα τη κούκλα, την ατελείωτη τη θαλασσινή, δύο μέρη, η Αθήνα, ο προορισμός ο Πρώτος, που με γαλούχησε, η οικογένεια και οι φίλοι, και η Κεφαλλονιά, ο προορισμός της καταγωγής, ο προορισμός με την ιστορία του σεισμού και της τραγωδίας της οικογένειας, εκεί που η καρδιά νιώθει να ανασάνει πάντα, ανεξήγητα γιατί, νοιώθει εκεί να ανήκει, και το μπλε της θάλασσας της δεν είναι σαν κανένα άλλο, και τον άλλο τον τόπο που διάλεξα εγώ για πατρίδα δική μου, so torn as Ι was, there is no place like home, home to me was the one I chose for myself, in sounthampton, amidst the ex council estate, the one Ι worked upon and made as I wanted with the garden I wanted and the magnificent magnolia, that I petted and cleaned leaf by leaf every month and now shadows my friends garden and by now, end of july, would have freely given her plentiful aromatic flowers, the place where I felt safe, and strong, and capable of everything, the place where I started over, and made my life as I chose, all over again, a clean slate, free to be what it wished in a place that allows anyone to be what they wish. And melancholich that I am and choose the mother tongue I chose, to think and regret, cause it seems now, that most likely, I will not return, and somehow is like saying, I will never be safe again, because there is a forth place, which is THE PLACE, and no longer lies upon me or my thoughts and wants and whatever to chose which place this is going to be, because this is the place where my family is best, which is where Jason is best, and whoever else I might chose to call family, but as I realise that four years ago, all places dear to me and my heart could well be, or not, it does not matter anymore, as the one place of my heart is where Jason is happy. And writing all these, I am thinking of a fifth place, that exists only in my perfect little bubble, and is not really a place, is a state, that remains ellusive, I get it and then I lose it, and I am always amazed to get it and always surprised to lose it, as inexplicable as both events can be, cause in both cases it is me, me that brings forth and me, me that ushers away, but at least I almost always have the taste of this state, the sweet taste, lemon sorbet like (does not matter that I ama choco addict, the lemon sorbet is what I really crave for), and that is the state of just being and letting be. And somehow I think that in THAT place, my family would do just fine as well, whatever the place.

Δε προσκαλώ κανένα, έχω την εντύπωση ότι όλοι σας παίξατε
αν θυμάμαι καλά Δείμε δεν έχεις ακόμη κι αν κάνεις κέφι μίλησε για τους προορισμούς της δικής σου καρδιάς, αλλά βάστα, γιατί θέλω να σε προσκαλέσω και στο άλλο, με τις φράσεις, και ταλαντεύομαι να το γράψω τώρα που είμαι μαύρη ή να περιμένω;