Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007

καταθλιπτικοί κύκλοι

Ποστάκι της υφάντρας και τα σχόλια του με έκανε αυθόρμητα να σκεφτώ και να συνειδητοποιήσω από που προέρχεται η κυκλικότητα της κατάθλιψης. Τουλάχιστον της δικιάς μου κατάθλιψης.
Συμβαίνει το εξής απλό. Η ψυχολόγα μου το ονομάζει φόβο της ευτυχίας.
Το υποσυνείδητο μου έχει συγκεκριμένη δόση χαράς και καλοσύνης που ανέχεται, γιατί τόση θεωρεί ότι αξίζω. Μόλις αυτή ξεπεραστεί και η δόση καλοσύνης είναι το κατιτίς παραπάνω, παθαίνει ένα τραμπάκουλο, δεν αντέχει και φέρνει τη κατάθλιψη. Και ο κύκλος ξεκινά. Όσο και να προσπαθώ με τη λογική να εξέλθω, όσο κι αν προσπαθούν οι δικοί μου να με βοηθήσουν, αυτό επιμένει να με βυθίζει εκεί. Το γεγονός ότι δεν υφίσταται ουσιαστικός και πραγματικός λόγος για τη κατάθλιψη, το βοηθά γιατί τότε προστίθενται και οι ενοχές οι οποίες εντείνουν το πόνο. Μόλις νιώσει ότι αρκετά τιμωρήθηκα, ότι κατά κάποιον τρόπο εξέτησα τη ποινή μου, ως δια μαγίας, ο καταθλιπτικός κύκλος κλείνει και είμαι και πάλι καλά.
Το γεγονός ότι πέρασα τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του Ιάσωνα απαλλαγμένη από τη κατάθλιψη οφείλεται στο ότι είχα πραγματικά ζόρια και δυσκολίες, ήμουν πραγματικά μόνη, οπότε και το ασυνείδητο αισθανόταν ότι αρκετά υποφέρω, δε χρειάζεται να με τιμωρήσει επιπλέον. Μόλις όμως άρχισα να είμαι καλά, να πέρνω τη ζωή στα χέρια μου, να κάνω όνειρα, σου λέει, τι έγινε εδώ; Εσύ δεν αξίζεις να σου φέρεται καλά η ζωή. Κάνε λάθη, χτύπα τον εαυτό σου και επειδή αυτό δεν αρκεί πάρε και μια κατάθλιψη. Όσο αντιστέκομαι και προσπαθώ να είμαι καλά, τόσο και αυτό με βαράει. Και τους τελέυταίους μήνες, που έχω δρομολογήσει χαρά και όνειρα, τα έχει πάρει τελείως και μου βαράει τη κατάθλιψη μέχρι εκεί που δε πάει. Και επειδή οι μέρες μου έχουν πολλές πραγματικές και ουσιαστικές καλές στιγμές πλέον, ανεξαρτήτως της κατάθλιψης, που είναι πια μόνιμη κατάσταση, αυτό με βυθίζει όλο και πιο βαθιά, και πιο βαθιά, και πιο βαθιά. Γιατί με τόση καλοσύνη η ποινή δεν εκτίεται ποτέ.

Ωραία, το βρήκα, και λοιπόν; αυτή τη χαμηλή αίσθηση αυτοαξίας πότε θα τη γιάνω; πότε;

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Εν μέσω ύπνου παιχνιδίσματα

Το ξέρω χάθηκα. Από το μπλογκ και από τη παλιά μου ζωή. Οι μπλογκοφίλοι με προ(σ)καλούν να παίξω παιχνίδια κι εγώ αδυνατώ. Χαμένη γενικώς. Στα έσω μου. Θέλω να βγω στην επιφάνεια είπα στη ψυχολόγα. Κουράστηκα. Τη Κυριακή το βράδυ δια ασήμαντον αφορμή έκλαιγα τρεις ώρες. Αυτό το λούστηκε ο ταλαίπωρος άνθρωπος που είναι μαζί μου. Τη προηγούμενη Πέμπτη τη γλύτωσε. Βγήκα στο μπαλκόνι και μέσα στο αγιάζι μια από τα ίδια. Φώναζα, δε θέλω, δε θέλω. Δε θέλω να διαλέξω σε παρακαλώ. Θέλω να μπορέσω να δω γκρι. Δε πιστεύω στο γκρί. Δε θέλω. Μαύρο/άσπρο. Ποίημα της Σώτης Τριανταφύλου για την απομυθοποίηση του άσπρου. Άσπρη η σιώπή, άσπρο το χιόνι, άσπρος ο τάφος, κάπως έτσι, δε θυμάμαι, βαριέμαι να ανατρέχω τώρα. Τι άσπρο, τι μαύρο, τι γκρί, τι πορτοκαλί. Πορτοκαλί Ιάσωνας. Το αγαπημένο του χρώμα. Παίρνει τις ζωγραφιές, εκείνες που είναι λευκές τελείως και αρχίζει με προσοχή να γεμίζει τα σχήματα, τις μορφές, να μη ξεφύγει έξω από το περίγραμμα. Και τα κάνει όλα πορτοκαλιά. Ουρανό, σύννεφα, δέντρα, σπίτια, λουλούδια. Έχετε δει έλατο πορτοκαλί; Εγώ έχω δει, φτιαγμένο από τα χεράκια του. Και το τελικό αποτέλεσμα είναι μια σελίδα πορτοκαλί. Όλη βαμένη πορτοκαλί. Γεμάτος περηφάνεια έρχεται, μαμά πες μου μπράβο, που δε ξέφυγα από τις γραμμές. Μπράβο καρδιά μου. Αναγνώρισε τα όρια και μείνε μέσα τους. Από τώρα. Εξασκήσου. Αλλά τουλάχιστον διαλέγεις το χρώμα που σου ταιριάζει. Μετά ανεβαίνει πάνω μου. Είμαι η μηχανή, τα χέρια μου οι μοχλοί, τα αυτιά μου οι ρόδες, η μύτη μου τιμόνι. Ή είμαι άλογο, εκείνος στους ώμους καβαλάρης ιππότης, το μαξιλάρι η άμαξα. Τον ακολουθώ στο παιχνίδι του, στη φαντασία του. Τη σκοτώσαμε κάπως έτσι και τη χθεσινή μέρα. Πάει κι αυτή. Ειδικά αυτή. Η πρώτη μέρα της άνοιξης. Επίσημα πιά, να ανοίξουμε, τι; τις καρδιές; τις ελπίδες; τη χαρά; Η ημέρα της ποίησης. Να ποιήσω τι; όνειρα, ζωή; Κάτι τέτοιο. Ίσως κάτι άλλο. Αυτή την ανοξιάτικη και ποιητική μέρα προσποιήθηκα ότι είμαι ακόμη εδώ. Όπως κι αν είμαι. Περίπου ζωντανή. Φέτος τη τιμητική του ο εγγονόπουλος. Βαλτό είναι το σύμπαν; Έλεος δεν έχει. Όχι, δεν έχει. Θυμάμαι το πέρυσι. Θυμάμαι γυναίκες αγαπημένες λιμάνια. Θυμάμαι ψευδαισθήσεις. Και ο ύπνος συνεχίζεται. Πέρυσι η τιμιτική του Ελύτη. Αντίστροφα μου πήγαν οι ποιητές και οι άντρες. Αντίστροφα και ανάστροφα. Θυμάμαι πέρυσι αυτή τη μέρα. Με καίει να τη θυμάμαι. Όχι για κείνο που με πόναγε τότε. Για εμένα που ένα χρόνο μετά συνεχίζω τα ίδια. Τα ίδια παντελή μου, τα ίδια παντελάκη μου. Ένα χρόνο μετά και η ανοιξη με βρίσκει και πάλι κλεισμένη. Και με λιγότερο πείσμα γαμώτο, και με λιγότερη ελπίδα, και με πολύ άρνηση. Πέρυσι λοιπόν, τέτοια μέρα, προετοιμαζόμουνα για αποχαιρετισμό. Πήρα ένα μετρό γεμάτο ήχους του Ελύτη. Πήγα στον Ιανό και διάλεξα βιβλίο σημαδιακό. Πήγα στο Μετρόπολις και διάλεξα CD σημαδιακό. Πήγα στο εκκλησάκι του Άγιου Νικόλαου και κάθισα κάτω από τον ήλιο, και διάβασα το σημαδιακό βιβλίο, και έγραψα την αφιέρωση μου. Όχι δε θυμάμαι τι έγραψα. Θυμάμαι ομως τη μέρα πολύ καλά. Τον ήλιο που έκαιγε, την άνοιξη που γιόρταζε ερήμην μου. Και φέτος; Πάλι το δρόμο είχανε γιορτή; Δε ξέρω, την απέφυγα τη μέρα, τη σκότωσα. Για να μη με σκοτώσει αυτή. Θέλω να βγω στην επιφάνεια είπα στη ψυχολόγα. Αλλά δε μπορώ. Ή δε θέλω. Σε ένα μονόδρομο εγκλωβισμένη. Ελπίζω σε σείσμό, να σκίσει τη γή, να κόψει το δρόμο, να συναντήσω ρήγμα μπροστά μου, να κάνω πίσω. ΝΑ επιστρέψω. Στη πρότεινη ζωή. Της επιφάνειας. Της θετικής σκέχης. Της διαχείρησης. Να ασχοληθώ με πρακτικά ζητήματα. Να αποκτήσω αποφασιστικότητα και στόχους καθημερινούς, μικρούς, χαζούς, να μπω σε ρυθμό ρουτίνας, να μη σκέφτομαι, να μη σκέφτομαι, να μην αισθάνομαι, να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσω τους παράλογους δαίμονες μου. Να πάρω τα ηνία εγώ πάλι. Όπως Αγγλία. Όπως πριν. Να μη καταλαβαίνω τα λάθη που κάνω, τις τρικλοποδιές που βάζω στον εαυτό μου. Να πάρω ένα βιβλίο να πάω στο Richmond park να χαζεύω σκιουρους και ελάφια. Και να είναι το βιβλίο ελαφρύ, με έρωτες, και ίντριγκες, και ζήλειες, και happy end. Κυρίως αυτό, χολυγουντιανό τέλος, να καμώνομαι πως και εγώ κάπως έτσι ζω. Στην επιφάνεια. Και όταν ανεβαίνω στη μηχανή και με κτυπάει ο αέρας και δακρίζω, να είναι τα δάκρυα μόνο του αέρα, καθόλου δικά μου, μόνο του αέρα.







Αγαπημένες μου θεατρολόγες, ότι μπόρεσα έκανα
Δεν ήτανε κατάλληλη εποχή για παιχνίδια
Κι όσο για ταινίες, βιβλία, και τα συναφή Θα πω από ένα μόνο

Ταινία: Το απέραντο γαλάζιο

Βιβλίο: Το δέντρο που έδινε

Και προλαβαίνω την αλεπού, μιλώντας πρώτη για τη θεατρική παράσταση που έχει χαραχθεί στο δικό μου μυαλό και ψυχή: Αγγέλα, στο θέατρο Εμπρός

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

χουζουρεύω, για λίγο ακόμη

Η λέξη κλειδί που ανοίγει τους κρουνούς και η αλκιμήδη όλο κλαίει, κλαίει, κλαίει. Ανεπάρκεια. Όταν νιώθω την ανεπάρκεια μου κατακλύζομαι. Όταν αποδυκνείομαι για άλλη μια φορά λίγη, κλαίω. Όχι επειδή είμαι ανεπαρκής. Επειδή δεν έχω την πολυτέλεια να είμαι ανεπαρκής. Αρνούμαι να αποδεχτώ ότι δε μπορώ να είμαι ανεπαρκής. Αρνούμαι πεισματικά, και με θυμό εννίοτε, τσαντίζομαι, δε γουστάρω να ζοριστώ για να είμαι επαρκής. Στην ουσία αρνούμαι να αποδεχτώ ότι είμαι μόνη. Τόσο απλά. Και τελικά δε μπορώ να αποφασίσω αν θέλω να το αποδεχτώ και να προχωρήσω ή αν θέλω να συνεχίσω να ελπίζω στη ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή, κάπου, κάποτε θα μου επιτραπεί να είμαι λίγη. Και το κλάμα γιατί; Το κλάμα είναι πένθος. Πένθος για τη ζωή που έκαψα; Όχι, πένθος για τη ζωή που μου χαρίστηκε. Πένθος για αυτό που δε μου χαρίστηκε. Πένθος για τη ψευδαίσθηση που χάνω. Πένθος για την άρνηση μου να δω τη πραγματικότητα. Κυρίως αυτό. Την άρνηση μου. Και η προσπάθεια μου να επιβάλλω στον άλλον να συντροφέψει το κλάμα μου; Μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσω τη ψευδαίσθηση ότι δε θα είμαι πάντα μόνη. Και δυό φωνές μέσα μου παλεύουν. Ξύπνα φωνάζει η μία, κοίτα, κατάλαβε, είσαι μόνη και μπορείς. Και η άλλη; Με νανουρίζει. Κοιμήσου, λίγο ακόμη, για λίγο μόνο, κοιμήσου. Είναι γλυκό αυτό το όνειρο, μην το σβήσεις ξυπνώντας, μη, κοιμήσου.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

βρε δε πάει καλά η γυναίκα

Όταν είμαι με κάποιον θέλω να μπω μέσα του και να τον νοιώσω. Θέλω να μπει μέσα μου και να με νοιώσει. Δε θέλω απαραίτητα να με βοηθήσει, να με συμβουλέψει, να δε ξέρω τι. Θέλω απλώς να νοιώσω ότι με καταλαβαίνει και ότι τον καταλαβαίνω.

Έτσι ορίζω το μαζί εγώ.

Και τελικά το χειρότερο που μπορεί να μου κάνει κάποιος που αγαπώ είναι η απόσταση.
Να μη μπορώ να πλησιάσω.
Ή να μη με πλησιάζει εκείνος.

Δεν είναι για όλους έτσι, το καταλαβαίνω. Να, μόλις τώρα κουβέντιαζα με γνωστή για αυτό και μου λέει
- Δε το θέλω αυτό, δε μπορώ. Πνίγομαι. Θέλω να έχω δικά μου πράγματα, μόνο δικά μου.
Για αυτήν το χειρότερο είναι να θέλει ο αγαπημένος να τη πλησιάσει τόσο, να της ζητά να τον πλησιάσει τόσο.

Τις τελευταίες δύο μέρες έπεσα πάλι σε πηγάδι θλίψης. Χωρίς λόγο, αιτία, αφορμή. Άγνωστο το γιατί. Θέλω μόνο να κλάψω. Αρνούμαι πεισματικά να κλάψω μόνη μου. Υποβάλω τον καλό μου στη παρακάτω απαίτηση, αγκαλιασέ με, να κλάψω, να κλάψω, και μη με ρωτας γιατί, γιατί δε ξέρω, μόνο αγκάλιασε με. Ζητάω πολλά το ξέρω, αλλά πως μπορώ να μη ζητήσω αυτό που έχω ανάγκη;
βρε δε πάω καλά, δε πάω καθόλου καλά σας λέω.
Άντε να περάσει κι αυτός ο κύκλος να δούμε τη ζημιά.

Τι; καινούργιος μήνας;
ε, καλό μας μήνα λοιπόν

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2007

Σαββατοκύριακου μαζέματα και σκορπίσματα, μαζέματα κυρίως

Μμμμμμ… Ένα Σαββατοκύριακο μούρλια! Όχι ακριβώς, αλλά αφήνει παρόλη τη γκαντεμιά μια πανέμορφη αίσθηση. Μετά από απανωτές ακυρώσεις, επιτέλους θα πάμε εκδρομή. Σαλόνικα. Ζήτω! Λέει ο καλός μου να κλείσουμε ξενοδοχείο; Όχι μωρέ θα βρούμε όταν φτάσουμε απαντά η δικιά σου. Να πάμε με τη μηχανή; Όχι μωρέ, τόσες ώρες πάνω στη μηχανή δε θα το αντέξω, πάμε με το αυτοκίνητο, να ‘μαστε χαλαρά. Ξεκινάμε λοιπόν, νύχτα Παρασκευής, κάνουμε ένα πανέμορφο ταξίδι, με μουσικούλα, κουβεντούλα και υπέροχες εικόνες γλυκοχαράματος. Πουρνό πουρνό Θεσσαλονίκη, καφεδάκι, γλυκάκι, μικρή βολτίτσα, τέλεια. Άντε να βρούμε ξενοδοχείο τώρα λέμε και μετά συνεχίζουμε τη μέρα μας.

Και… ξενοδοχείο γιοκ. Κάνουμε και το λάθος να πάρουμε το αυτοκίνητο για την αναζήτηση στέγης (ξεπαρκάραμε, μέγα λάθος ) καταταλαιπωρηθήκαμε, και όσο κι αν ψάξαμε, ξενοδοχείο, γιοκ. Είχε μια έκθεση, γιαυτό. Όλοι στη Θεσσαλονίκη για τα κουφώματα. Θέση πάρκιν; Μεγαλύτερες πιθανότητες έχεις να κερδίσεις το λαχείο μάτια μου. Δεν ήξερες, δε ρώταγες; Τελοςπάντων, αφήνουμε το αυτοκινητάκι μας κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη, συνεχίζουμε την αναζήτηση πεζοί. Σταματήσαμε την αναζήτηση για λίγο, φάγαμε (πολύ πολύ καλό το φαγητό) μας έπιασε και μια διάθεση περίεργη, ξεκαρδιστήκαμε με την όλη κατάσταση, ξαναπιάσαμε την αναζήτηση. Δεν ήταν να μας κάτσει. Κατά τις πέντε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Πάμε Λιτόχωρο λέμε. Αλλά έτσι άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, όταν φτάσαμε στη στροφή για Λιτόχωρο, αποφασίσαμε να μαζέψουμε τη ζημιά μας, κι επιστρέψαμε Αθήνα. Μούρλια σου λέω, μούρλια. Κι όμως, εγώ πέρασα καλά. Περίεργο δεν είναι; Και δυναμώθηκε και ο έρωτας μας. Δε γκρινιάξαμε, δε κατηγορήσαμε ο ένας τον άλλον, γελάσαμε πολύ, μιλήσαμε πολύ, μια χαρά. Κρίμα που δε κατάφερα να χαρώ το πρώτο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Κρίμα που δε καταφέραμε να συναντηθούμε και με την Αλκυόνη. Ίσως να το τολμήσω το ταξιδάκι ξανά.

Περίεργα και τα συναισθήματα. Έχω μια τάση για ότι πάει στραβά να αναλαμβάνω την ευθύνη. Θεώρησα λοιπόν ότι δικό μου το φταίξιμο επειδή δεν τον άφησα να κλείσει ξενοδοχείο από πριν. Και οι τύψεις μου έστησαν χορό. Έβλεπα τη μέρα μας να πηγαίνει στράφι, τον καλό μου να ταλαιπωρείται, και υπέφερα, πραγματικά, από τις ενοχές. Μου ‘ρχοτανε να βάλω τα κλάματα. Κάποια στιγμή τα ‘βαλα δηλαδή, αλλά ας το προσπεράσουμε, όσο εύκολα το προσπεράσαμε και τη στιγμή που συνέβει. Και σκέφτηκα ότι γενικά έχω μια τάση να αναλαμβάνω το φταίξιμο. Προχθές στη δουλειά έγινε μια χαζομάρα, η βοηθός μου έκανε μια χαζομάρα, λέω, φταίω εγώ που δε της τόνισα πόσο σημαντικό ήταν να το κάνει με το συγκεκριμένο τρόπο. Όμως εκεί, ανέλαβα την ευθύνη, ανασήκωσα τους ώμους και τέλος. Κανένα αίσθημα ενοχής. Και όχι επειδή η παπαριά ήταν μικρής επίπτωσης. Πέρυσι το καλοκαίρι, έκανα μια πατάτα ολκής, που στοίχισε στην εταιρία σε πραγματικό κόστος και διαφυγόντα κέρδη, περίπου ογδόντα χιλιάδες ευρώ. Δήλωσα την ευθύνη μου, συγνώμη δεν ήξερα, τώρα ξέρουμε, και το προσπέρασα. Καμία ενοχή, καμία τύψη. Το γεγονός έληξε εκεί. Και αναρωτιέμαι γιατί στα επαγγελματικά μου να αντιδρώ τόσο ψύχραιμα και να μη κουβαλάω τις αστοχίες μου και στις διαπροσωπικές επαφές να μετράω και το παραμικρό λάθος και να χτυπιέμαι αλύπητα γιαυτό. Έλα μου ντε, θα τη βρούμε την άκρη.

Και ένα μεγάλο μάθημα που μου δείνει ο καλός μου συχνά πυκνά. Λόγω και της δουλειάς του ίσως, ή μαλλον είναι τόσο καλός στη δουλειά του επειδή έχει αυτό το προτέρημα, ξέρει να ξεκολλάει. Αυτός το λέει, μαζεύω τη ζημιά μου. Τον βλέπω να το κάνει τόσο εύκολα, τοσο αυθόρμητα, όταν κάτι δε πάει όπως είχε φανταστεί και ξέρει ότι δε μπορεί να το διορθώσει, δε κάθεται να αναλώνεται σε σκέψεις και δε ξέρω τι άλλο, να το αναλύει, ή να επιμένει σε αυτό. Μαζεύει τη ζημιά του και προχωρά. Και όπως το βιώνω μαζί του μαθαίνω κι εγώ σιγά σιγά να το εφαρμόζω. Αυτό το Σαββατοκύριακο ήτανε μια πολύ καλή εξάσκηση σε αυτό ακριβώς. Και το αποτέλεσμα ήταν να περάσουμε τελικά μια χαρά. Εμείς και η αγάπη μας.

και κρατάω έναν διάλογο που είχαμε και που θα μου ανήκει πάντα κι ανεξαρτήτως

- Σε αγαπώ για όλα αυτά που μου δίνεις

- Τι; Όχι για αυτό που είμαι;

- Μα αυτά είσαι. Αν δε τα είχες μέσα σου, πως θα τα είχες να μου τα δώσεις;

Ευχαριστώ, γλυκέ μου

Από τα πιο όμορφα πράγματα που μου έχουν πει. Και με βοηθά να νοιώσω μια μεγάλη αλήθεια. Ο πραγματικός μας εαυτός ίσως να είναι αυτά που αισθανόμαστε, και καλά και άσχημα. Όχι, αν είμαι όμορφη, νέα, έξυπνη, επιτυχημένη, με φίλους και κοινωνική ζωή. Ούτε οι γνώσεις μου, ή η ικανότητα να κάνω ενδιαφέρουσες συζητήσεις, το χιούμορ μου, το γούστο μου και δε ξέρω τι άλλο. Όλα αυτά μεταβάλλονται, αλλάζουν, μπορεί να χαθούν ανά πάσα στιγμή. Εγώ, είμαι αυτά που αισθάνομαι. Και εσύ. Και αυτό αγαπήσαμε ο ένας στον άλλον.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

Καλή η επάρκεια δε λέω, αλλά γιατί να την επιλέξω;

Copy paste σχόλιο μου από το προήγουμενο ποστ.

Με τη μητέρα μου οι σχέσεις μας δεν είναι οι καλύτερες
Έχουμε όμως μια συνήθεια που για μένα φωνάζει αγάπη
Μας αρέσει, να της φτιάχνω καφέ και εκείνη να μου φτιάχνει καφέ, και μετά καθόμαστε και τους πίνουμε παρεούλα
Καμιά μας δεν τον πετυχαίνει όπως η άλλη τον θέλει
Θα ήταν απλούστερο η καθεμιά να φτιάχνει τον δικό της.
Ίδιος κόπος, καλύτερο αποτέλεσμα.
Κι όμως όχι, επιμένουμε η μία να φτιάχνει το καφέ της άλλης.


Γιατί ναι, μπορώ μόνη μου να τον φτιάξω όπως γουστάρω, αλλά δεν έχει τη γλύκα που έχει αυτός που κάποιος άλλος με αγάπη έφτιαξε για μένα. Μπορεί να μην κατέχει η μάνα τη τέχνη του καφέ, έχει όμως την επιθυμία να με ευχαριστήσει. Προτιμώ λοιπόν το καφεδάκι μου να είναι φτιαγμένο από τα χεράκια της.

Και μου ήρθε και μια άλλη εικόνα στο μυαλό, πρόσφατη και αυτή. Στη γειτονιά μου γινόντουσαν έργα. Πολύ πρωί, ο δρόμος άδειος,περπατώ τροχάδην να προλάβω το λεωφορείο για τη δουλειά. Σκοντάφτω και πέφτω. Επειδή βιάζομαι πολύ, σα ρομποτάκι, σηκώνομαι και συνεχίζω το τροχάδην. Στο λεωφορείο μέσα έχω πια τη πολυτέλεια να κοιτάξω να δω τη ζημιά, που χτύπησα, κτλ. Αν δε βιαζόμουν, θα είχα μείνει για λίγο εκεί πεσμένη, να αναλογιστώ πως έπεσα, να εκτιμήσω που χτύπησα πριν ξανασηκωθώ. Αν υπήρχαν άνθρωποι τριγύρω θα είχαν προστρέξει να με βοηθήσουν (Ασούμπαλη ούσα, σκοντάφτω συχνά και συνήθως οι περαστικοί τρέχουν να δουν αν είμαι καλά και να με βοηθήσουν να σηκωθώ). Φυσικά μπορώ και μόνη μου να σηκωθώ. Δε χωρεί αμφιβολία περί τούτου. Άλλοτε αμέσως, αν οι περιστάσεις το προστάζουν, άλλοτε I take my time. Κι αν μπορώ να στηριχθώ στους άλλους θα το κάνω, γιατί όχι.

Την επάρκεια την έχουμε.
Ναι, μπορώ να φροντίσω μόνη τον εαυτό μου. Ίσως να με κουράζει μερικές φορές, αλλά μπορώ. Δεν είναι εκεί το θέμα. Προτιμώ όμως την επάρκεια/αυτάρκεια να τη βάλω στην άκρη και να αφεθώ στη φροντίδα κάποιου άλλου. Είναι πιο ζεστή η καρδιά έτσι.
Και το αυτόν επιθυμώ να προσφέρω στους άλλους.
Ίδιος κόπος, καλύτερο αποτέλεσμα. Πιο ζεστό. Πιο γλυκό.


Η πιο γλυκιά ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας, είναι κάτι χειμωνιάτικα πρωινά, που η μάνα μου, έβαζε τα ρούχα μου στο καλοριφέρ, και όταν ήταν ζεστά, μου τα έφερνε στο κρεββάτι, να ντυθώ κάτω από τα σκεπάσματα, να μη κρυώνω.
Δε θέλει και πολύ για να αισθανθούμε ότι μας φροντίζουν, θέλει;

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2007

κλεψιμέικος χαρταετός (αλλά πολύ μου άρεσε)

Είναι ένα ποστίδιο που το χρωστάω. Σχετικά με την αγάπη. Την επιστολή του Απόστολου Παύλου, και τις σκέψεις της Ίσιδας πάνω σε αυτή. Τελικά μου ήταν αδύνατο να γράψω πάνω σε αυτό. Γιατί απλά δεν έχω ιδέα. Δε γνωρίζω τις απαντήσεις. Είναι ένα ερώτημα που θέτω ξανά και ξανά. Αγαπώ; Με αγαπούν; Τι, ποιός, πως προσδιορίζει; και ποιός ο τρόπος να το δείξεις; Άραγε. Όχι, δε γνωρίζω τις απαντήσεις, μόνο να νοιώθω μπορώ και να ψυχανεμίζομαι.
Και διάβασα χθες ένα κείμενο που φώναζε αγάπη, αγάπη, αγάπη. Και αναδημοσιεύω, από την εφημερίδα Αρθρο, το κείμενο της/του Wanna-be-geek

"Φέτος θα πετούσε. Και θα πετούσε όχι επειδή ήταν η χρονιά του ή επειδή ο ερμής δεν ήταν ανάδρομος εκείνη τη Καθαρά Δευτέρα. Θα πετούσε επειδή ο μπαμπάς θα προσπαθούσε να τον κάνει να πετάξει. Κάθε χρόνο. Θα τον έφτιαχνε όλο το Σαββατοκύριακο της Αποκριάς, χρησιμοποιώντας σύνεργα δημοσιογράφου κι όχι μάστορα και τη Δευτέρα ο χαρταετός μας θα ήταν ο πιο προβληματικός της παρέας. Κλασικά. Έφτανε στο σημείο απογείωσης τραυματισμένος από πριν, με μπαλώματα από σελοτέιπ, ανισόπεδα ζύγια από κομμένα φύλλα της "Αθλητικής Ηχούς" (για χρωματιστό εφέ) και σκελετό ψιλο-σπασμένο και ψιλο-δεμένο με συρματάκια, σπαγγάκια, κορδονάκια, πετονιές κι όλες τις άλλες ψιλο-πατέντες στίς οποίες ειδικεύεται ο πατέρας μου.
Ήταν ξεκάθαρα ο χαρταετός με τις λιγότερες πιθανότητες να πετάξει. Επιπλέον ήταν πάντα Γάβρος χαρταετός, άρα μόνιμο θύμα της γενικής καζούρας και σταθερός πρωταγωνιστής του χαβαλέ της Καθαράς Δευτέρας. Οι άλλοι πετούσαν με λιγότερη ή περισσότερη άνεση παντού γύρω μας, αλλά κανείς δεν αχολείτο μαζί τους. Όλοι περιμέναμε να δούμε αν είχε φτάσει επιτέλους η χρονιά του Γαβρου.
Κάποια στιγμή στην εφηβεία, όταν οι γονείς και ο κόσμος δεν ήταν τόσο συμπαθητικός όσο πριν, πήγα να κλάψω επειδή ήμουν το παιδί του μπαμπά που δεν κατάφερε ποτέ να πετάξει τν χαρταετό της οικογένειας. Πήγα. Αλλά το μεσημέρι της καθαράς Δευτέρας, όταν όλοι μαζεύτηκαν με τα κρασάκια τους και τα ουζάκια τους γύρω από το μπαλωμένο Γάβρο που θα προσπαθούσε για άλλη μια φορά να πετάξει στα χέρια του πανευτυχή δημιουργού του, δεν είχα καμιά όρεξη να κλάψω. Ήθελα να γελάσω, να τραγουδήσω, να χορέψω και να τρέξω να φιλήσω το μπαμπά μου και τον ατσούμπαλο Γάβρο του. Κι ας μην πετούσε ποτέ. Δεν φτιαχνόταν για να πετάξει. Φτιαχνόταν για να κάνει τους άλλους να πετούν"

ε; αγάπη από όλες τις μεριές
Να δίνεις ακόμη κι όταν δε πετυχαίνεις να δώσεις αυτό που θα ήθελες
Πεισματικα να προσπαθεις κι ας μην αρκείς
Να βλέπεις τι έχει ανάγκη αυτός που αγαπάς και να προσπαθείς πεισματικά να του το δώσεις.
Και αυτός που αγαπάς; Να παίρνει ότι του δίνεται και να είναι ευγνώμων. Γιατί ξέρει ότι θέλεις να ικανοποιήσεις όλες τις ανάγκες του, κι ας μην τα καταφέρνεις. Η ανεπάρκεια σου να είναι υπεραρκετή. Η ανεπάρκεια σου να είναι καλύτερη κι από το αν αρκούσες γιατί η πράξη σου που έγινε με αγάπη είναι η πιο πιο πιο σπουδαία από όλες.

και τούμπαλιν

να, κάτι τέτοιο ψάχνει η γλυκιά, δροσερή και ανεπαρκής αλκίμηδη
κουτί θα της ερχότανε