Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2011

Τι ηρωικό πράγμα τελικά η καθημερινότητα!

Θα λεγα δε πάω καλά. Αλλά όχι, μια χαρά πάω.
Παρέλαση. Τα παιδιά περνάνε μπροστά μας. Κορίτσια λεβέντικα, περπάτημα περήφανο. Αγόρια έφηβα, μουρόχαβλα. Δεν άλλαξε και τίποτα από τις μέρες μου. Κάνω μια έτσι, και καμαρώνω κάτι κοριτσάρες, δεκάξι, δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονών, να βαράνε τα τύμπανα, το κεφάλι ψηλά, και με πιάνουν τα κλάματα. Που να κρυφτώ, να μη με πάρουνε χαμπάρι. Πρώτη σκέψη δε πάω καθόλου καλά. Μόνο για λίγο. Δεύτερη σκέψη, απόλυτη επίγνωση του γιατί βούρκωσα, και τιμή μου και καμάρι μου. Μια χαρά πάω. Όσο μπορώ ακόμη να πληγώνομαι και να ντρέπομαι κοιτάζοντας αυτά τα παιδιά, το παρελθόν, το κάποτε μέλλον μου, το μέλλον τους, και να πονάω, μια χαρά πάω.

Λέει σήμερα, ο χριστιανισμός γιορτάζει την εξύψωση του ανθρώπου. Η Πατρίδα, το ότι αναγεννήθηκε, και σχηματίστηκε. Κάποτε.

Ο γιος μου ότι δεν έχει διάβασμα.

Εγώ, το ότι ακόμη έχω πράγματα να χάσω.

*Ο τίτλος από άρθρο του Μάνου Στεφανίδη, από το οποίο μόνο αυτή η φράση μου μίλησε, αλλά μου μίλησε.

Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2011

Άλλο δεν έχει, εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου

Τη παραπάνω φράση τη πρωτοδιάβασα στο Νίκο Ξυδάκη. Μετά ξανασυναντηθήκαμε στης φιλενάδας, έτσι για να την εμπεδώσω. Και λόγω της φιλενάδας την ξαναθυμήθηκα.
Έτσι είναι φιλενάδα, έτσι απλά. Σκληρό; Άδικο; Παράλογο; Φυσικά. Αλλά έτσι είναι. Ότι μας λάχει, αυτό είναι, αυτό ζούμε, αυτό είναι η ζωή μας, να το κάνουμε ότι μπορούμε. Να πάρουμε από αυτό ότι προλάβουμε, ότι μας κάτσει, ότι είναι. Πριν και μετά; Niente. Και αυτό που είναι, είναι αρκετό; Όχι. Άλλα δεν έχουμε και τίποτα άλλο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σχέδιο. οϋτε νόημα, ούτε σκοπός. Και όλα είναι απλά ένα τυχαίο γεγονός. Κάποιοι παίρνουν αυτό που τους δίνεται, και βγάζουν κάτι παραπανήσιο. Ικανότητα; Ίσως, ίσως κι όχι. Κατάλληλες συγκυρίες; Ίσως, ίσως κι όχι. Κάποιοι παίρνουν αυτό που τους δίνεται και τα κάνουν μαντάρα. Ανικανότητα; Ίσως, ίσως κι όχι. Οι συνθήκες; Θα θελα, γιατί στους τελευταίους μάλλον ανήκω, αλλά δε νομίζω. Το όλον είναι απλά μια ωδή στη κυριαρχία της τυχαιότητας. Δεν έχει σημασία εξάλλου να το πολυψάχνεις. Και δε νομίζω ότι έχει σημασία τι θα πάρεις, πόσα θα τα καταφέρεις, που θα καταλήξεις. Κανένας δε μετράει. Κανείς δε βαθμολογεί. Ο μόνος που κρατάει μετρο, και απαιτεί, είναι το εγώ μας. Ποιός έχει εξάλλου τα εχέγγυα για να κρίνει, ποια ζωή αξίζει και ποιά όχι. Και ο εσωτερικός κρίτης, ποιες φωνές ακούει, ποια κοινωνία και καταβολές γαλούχησαν τη κρίση του; Δεν υπάρχει κριτήριο καλή μου, οπότε δε μπορείς και να αξιολογήσεις και να βάλεις ένα βαθμό στη ζωή σου. Δεν δύνασαι. Βάζεις, και βάζω, αλλά είναι ένας βαθμός που δε σημαίνει τίποτα. Γιατί δε μπορεί να υπάρξει κριτήριο.

Εκεί που δουλεύω τώρα, δουλεύουν και καμιά εξηνταριά εργάτριες. Δουλειά σκληρή, άχαρη, με φωνές, το αφεντικό πάνω από το κεφάλι, και ένα συνεχή φόβο μη χαθεί η δουλειά. Μεροκάματο τριάντα ευρώ. Δε μπορεί ο σκοπός του ανθρώπου και το μεγάλο σχέδιο να είναι αυτό. Γιατί σε αυτές μοιράστηκαν τόσες δυσκολίες και σε μένα λιγότερες; Καλύτερη είμαι; Τάχθηκα για ανώτερα πράγματα; Πόσο, μα πόσο ματαιόδοξο και κενό από μέρους μου να απαιτώ οτιδήποτε περισσότερο από αυτές, και να βγαίνω και παραπονούμενη. Ύβρις. Δεν είμαι καλύτερη, τυχερή είμαι.

Αυτό που ζω, είναι η ζωή μου, αυτό που μου λαχε, να το κάνω ότι με φωτίσει, ότι να ναι. Δεν έχει σημασία. Δεν πειράζει. Δεν έγινε και τίποτα.

Δεν είναι δύναμη φιλενάδα. Δεν είναι ούτε καν παραίτηση. Ούτε απλοποίηση. Ούτε μηδενισμός.

Μπορώ να υπάρχω σε αυτόν κόσμο κάνωντας το μικρότερο δυνατόν κακό στους γύρω μου και στο περιβάλλον μου; Μπορώ τουλάχιστον να χαρώ τα όσα λίγα κι αν είναι που μου μοίρασε η τύχη; Μπορώ να κάνω εν τέλει τη ζωή όσο το δυνατόν λιγότερο επώδυνη; Ε; Ε;
Ε, κι αν δε μπορώ, δεν έγινε και τίποτα.

Και σημείωσε. Είναι επώδυνη η ζωή, γιατί έχουμε ακόμη πράγματα να χάσουμε. Και έχουμε και όνειρα να χάσουμε. Και ανθρώπους που αγαπάμε και θέλουμε να κάνουμε τη δική τους ζωή πιο ευχάριστη.
Αλλιώς δε θα τανε τόσο επώδυνη. Και θα ταν ποιο εύκολο να "μεγαλουργήσουμε". Αλλά θα ήταν ελαφρώς πιο άδεια, με τα δικά μας τουλάχιστον μέτρα και σταθμά, δε νομίζεις;
Φιλάκια.

Δευτέρα, Μαρτίου 07, 2011

Στο πλευρό του ανώφελου... και γιατί όχι;


Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι) του Κώστα Βάρναλη
Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.
Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς
μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»
«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»

Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.
Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.
Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας - ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-
ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.
Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!


δημοσιευμένο το 1927 παρακαλώ.

Σημειωτέον, μεγάλωσα στη σκιά του, πιθανότατα του χρωστώ τη γλώσσα μου, αλλά ακριβώς; μα ακριβώς.

Και μετά, είναι κι αυτό

Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
―έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;
Θα πεις
και πού δεν ήταν τότε θάλασσα.


Αφορμή φωτογραφίες στο φατσοβιβλίο από περσινή συνάντηση/reunion. Θυμήθηκα αυθόρμητα το πρώτο ποίημα και μελαγχόλησα.
Ψάχνωντας να το βρω στο ιντερνέτ, έπεσα τυχαία πάνω στο δεύτερο, και παραδόξως, ξε-μελαγχόλησα.
Γιατί εγώ, ποτέ δεν κατάλαβα τη διαφορά του κονιάκ από το brandy, γευστικά εννοώ, είτε το ένα μου δώσεις είτε το άλλο, την ίδια ευχαρίστηση λαμβάνω, ούτε φυσικά καταλαβαίνω τη διαφορά των εφτά, πέντε και τριών αστέρων. Και εκεί την ίδια ευχαρίστηση λαμβάνω. Οπότε και το μηδέν μια χαρά. Μου κάνει.
Άσε που τη θάλασσα την κουβαλώ πάντα μέσα μου. Και η δικιά μου θάλασσα δεν είναι ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη, απλά είναι. Και σε όποιον αρέσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ρθει

Να μαστε πάλι εδώ... Στη ξενιτειά. Εδώ κι ένα μήνα άρχισα να δουλεύω ξανά, δουλειά στην Αθήνα δε βρήκα, βρήκα σε μια υπέροχη παραθαλάσσια πόλη, που μου θυμίζει την άλλη μου αγαπημένη πατρίδα, το Southampton, μέχρι και την ίδια υγρασία έχουν, κι έτσι ένα μήνα τώρα κινούμαι σε δύο ταμπλό. Μόνη, κατάμονη, γιατί εδώ δε ξέρω ψυχή, και μετά, με άντρα και παιδί, και φίλους και υποχρεώσεις. (Έχω δει τόση τηλέοραση όση δεν είδα τα τελευταία δέκα χρόνια, που λέει ο λόγος. Κάτι να βουίζει, γιατί ειδάλως θα τρελαθώ από την τόση ησυχία. Για ραδιόφωνο δε το συζητάμε, το γαβ γαβ είναι η μόνη επιλογή, όσο για το ιντερνέτ, περιορισμένη πρόσβαση προς το παρόν, οπότε πάει και το ιντερνετικό ραδιοφωνάκι.)
Το τελευταίο ΣΚ ήταν λίγο περίεργο, κάτι το παιδί που είχε τις δικές του ασχολίες και με μένα δεν ασχολήθηκε, κάτι που τα βάλαμε κάτω και βλέπουμε ότι τα νούμερα δε βγαίνουν, κάτι που η δουλειά είναι σκατένια και κακοπληρωμένη, κάτι που εδώ γενικά η ανεργεία είναι ανεβασμένη οπότε ούτως ή άλλως ο καλός μου δε θα μπορέσει να βρει εδώ δουλειά, κάτι οι υποχρεώσεις του ΣΚ και της πόλης, κάτι που χω να παώ θέατρο δύο εβδομάδες, γενικώς ένα κάτι, και κυρίως η συνειδητοποίηση ότι όλο αυτό το λούκι είναι απλά μια μεταβατική κατάσταση, ότι δε μπήκα ακόμη σε φάση χτίζω παρόν και μέλλον, απλά διαχειρίζομαι το παρόν με όσο το δυνατόν λιγότερη ζημιά, damage control, που λένε, με προφορά παρακαλώ, γιατι αλλιώς θα μας πάρει από κάτω. Τουλάχιστον δε βουλιάζω με τους γοργούς ρυθμούς που βούλιαζα. Κάτι είναι κι αυτό. Μια αρχή.
Και όλη αυτή η γκρινίτιδα μου βγήκε το ΣΚ κάπως υπόκωφα και εκνευριστικά υπόγεια για όποιον είχε τη τιμή να με απαντήσει.
Ο Ιάσων πάντως ο σοφότερος από όλους. "Η ζωή δεν είναι πάντα δικαιη μαμά, έτσι είναι η ζωή μαμά μερικές φορές, άδικη, αυτό είναι ζωή". Το ξέρω, δε το ξέρω; το ξέρω, απλά αρνούμαι να το αποδεχτώ, ενώ αυτός δε χαλάει τη ζαχαρένια του, χέστηκε εν ολίγοις, αυτό είναι ζώη, ξεκόλλα, πάμε για άλλα. Εδώ κι ένα χρόνο είναι ερωτευμένος με μια συμμαθήτριά του, η οποία τον φτύνει ασύστολα. Το τι αυτοκόλλητα τις έχει χαρίσει, κι αυτή τα επιστρέφει, τι γλυφιτζούρια (σε ένα από αυτά δεν αντιστάθηκε, τα υπόλοιπα επεστράφησαν πάραυτα) μέχρι κι ένα λούτρινο ζωάκι (ναι, ναι και αυτό επεστράφει). Και συνεχίζει απτόητος. Τις γράφει ραβασάκια και της τα βάζει στη τσάντα, αυτή τα πετάει στα σκουπίδια. Και αυτός επιμένει. Αχ, αγόρι μου σκέφτομαι, στα χνάρια της μάνας σου, εκεί να επιμένει σε ανεκπλήρωτους έρωτες και να υποφέρει. Τι είπατε; Υποφέρει; Όχι για τον Ιάσων. Πόνος μηδέν. Αίσθημα απόρριψης; μηδέν. Ακινητοποίηση και συνεχής σκέψη του κοριτσακίου; Α πα πα πα. Έχει μια αντιμετώπιση του στυλ: Εγώ θέλω και της το δηλώνω. Αυτή απλά δε θέλει. Τώρα. Ίσως αλλάξει γνώμη. Εγώ θα μαι εκεί αν αλλάξει γνώμη. Αν αυτό συμβεί τέλεια, αν όχι χέστηκα. ' Είδατε το νιάνιαρο. Εγώ σαράντα χρονών γαιδούρα, αυτό δεν το χω.
Πάμε για άλλα λοιπόν το τέκνο, κι εγώ να κλωθογυρίζω.
Με ένα παιδί στη δουλειά, είχαμε μια συζήτηση, περισσότερο κύρηγμα από μέρους μου ήταν, του λεγα να ναι πιο προσεκτικός, τώρα χτίζει το μέλλον του. Μου λέει, ποιό μέλλον, και το παρόν; το παρόν είναι εδώ. Του λέω, δυστυχώς, το μέλλον έρχεται γρηγορότερα από ότι θα θέλαμε. Πριν καλά καλά το καταλάβεις, το μέλλον είναι εδώ. Το μέλλον είναι το παρόν, και το γαμημένο το παρελθόν, όσο και να θέλεις να το διαγράψεις, είναι κι αυτό εδώ, μέσω των συνεπειών του, είναι κι αυτό εδώ. Και το παρόν, που είναι πιά παρελθόν, σου στοιχειώνει το μέλλον. Δε μπορείς να ξεφύγεις, ούτε από το παρελθόν, ούτε από το μέλλον, ούτε καν από το παρόν. Όλα ένα κουβάρι, και πως να το ξεμπερδέψεις, δε γίνεται. Ακροβατείς και προσπαθείς να βρεις τις ισορροποίες.
Και για μένα η πιο δύσκολη ισορροπία από όλες, να καταλάβω ποιό ήταν το μάθημα που μου έδωσε το παρελθόν, γιατί από ότι βλέπω το μάθημα δεν το χω καταλάβει ακόμη, αυτά που ζω δείχνουν πολύ οικεία, το έργο το χω ξαναδεί, και ψάχνω εναγωνίως, να βρώ το μάθημα, να καταλάβω, να περάσω τις εξετάσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί τη τελευταία φορά τη πλήρωσα πολύ άσχημα, και χειρότερα δε θα τα αντέξω. Αν βλέπει κανείς ποιό είναι το μάθημα, θα εκτιμούσα το σκονάκι...
Αυτά για τώρα, πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου να αποκοιμηθεί, γιατί ανεξαρτήτως, το εγερτήριο θα ρθει με το χάραμα. Και το χάραμα θα φέρει τη διαχείριση του παρόντος και την αναμονή του τέλους της μέρας. Άλλη μια μέρα σπρωγμένη, άλλη μια μέρα που επεπλευσα, μια μέρα πιο κοντά στο μέλλον που περιμένω να ρθει και με συναντά διαρκώς. Και στο επομένο ΣΚ, που θα μου δώσει αυτή τη φορά μια πρόγευση αυτού που περιμένω. Για αυτό είμαι σίγουρη τουλάχιστον.


Σάββατο, Ιανουαρίου 29, 2011

η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Τις τελευταίες μέρες, σε συζητήσεις με ανθρώπους του κύκλου μου, επανερχόμαστε ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα. Κι εγώ επιμένω, ξανά και ξανά στην ίδια κατάληξη. Το επιχείρημα των άλλων πάει πάντα κάπως έτσι: Όταν οι άλλοι τα έχουν πάρει, κάνουν τόσες λαμογιές; δεν τηρούν τους νόμους, δεν, δεν δεν, εγώ γιατί να κάνω διαφορετικά, μαλάκας είμαι; Τόσο πολύ εκνευρίζομαι που καταλήγω να το φωνάζω. ΠΡΟΤΙΜΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΑΡΑΒΩ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΜΟΥ
Το αποφάσισα πολύ πολύ νέα, και το υποστηρίζω ακράδαντα: θέλω να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου, να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου, περισσότερο τώρα από ποτέ, τώρα που μεγαλώνω παιδί. Το μόνο που μπορώ να διαφυλάξω είναι οι αρχές μου. Και το μόνο που μπορώ να τιμήσω. Κι ας μένω πάντα μαλάκας. Και η αλήθεια είναι ότι όσο δούλευα και μπορούσα να τροφοδοτώ αυτή μου τη διαστροφή, με πείραζε βέβαια να είμαι πάντα ο μαλάκας της υποθέσεως, αλλά το πάλευα.
Μια από τς αρχές μου είναι η τήρηση των νόμων. Όσο θεωρώ ότι ζω σε δημοκρατία, και το θεωρώ, θα τηρώ τους νόμους, ακόμη κι αυτούς που δε συμφωνώ, κι αυτούς που είναι άδικοι και κατάφωρα αντιδημοκρατικοί. Γιατί δε θεωρώ τον εαυτό μου υπεράνω, και ποια είμαι εγώ για να κρίνει, ποιο νόμο θα ακολουθήσω και ποιο όχι. Η αρχή της αρμονικής συμβίωσης είναι ο σεβασμός προς τους άλλους, τον οποίο τον δείχνουμε, τηρώντας τους κανόνες που έχουμε συναποφασίσει. Σε μια δημοκρατία οι κανόνες αυτοί είναι οι νόμοι. Όταν αποφασίσω ότι δε ζω πια σε δημοκρατία, θα επαναστατήσω, και θα είμαι διατεθειμένη να τα χάσω όλα για να έλθει πίσω η δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή έχουμε ακόμη δημοκρατία και η ανυπακοή για μένα δεν συνάδει. Προσωπικές απόψεις.
Και φυσικά παρακολουθώ αρκετούς να παραβαίνουν τους νόμους, κι αυτό που δυστυχώς δεν με εκπλήσσει, είναι που όποιοι τους παραβαίνουν, το κάνουν με μια άνεση, με μια φυσικότητα, με μια αυθάδεια, γιατί ξέρουν ότι δε θα έχουν καμία συνέπεια. Και εγώ μένω μαλάκας μπροστά στους γνωστούς μου που χρησιμοποιούν το επαγγελματικό αυτοκίνητο για τις βόλτες τους και τα ταξίδια τους, στον μπροστινό στα διόδια που περνάει χωρίς να πληρώσει, στους συνεπιβάτες στα λεωφορεία που δε χτυπάνε εισιτήριο, κι εγώ ο μαλάκας θα πληρώνω τώρα 40% περισσότερο, το τσιγάρο που καπνίζουν μέσα στη ταβέρνα κι εγώ πεθαίνω για ένα τσιγάρο κι ούτε έξω δε μπορώ να βγω, πόσο γελοίο, όλοι να καπνίζουν μέσα κι εσύ να βγαίνεις έξω; οπότε μένω άκαπνη να υποφέρω, κι άλλα, κι άλλα... Δε μιλώ για τα μεγάλα κόλπα, αυτά είναι σε άλλους κύκλους, δεν είναι στη καθημερινότητά μου. Για τη καθημερινότητά μου μιλάω, που έρχομαι συνεχώς αντιμέτωπη με την επιλογή, αρχές ή πάλι μαλάκας; και επιλέγω μαλάκας. Πριν κανά διβδόμαδο, συζητώντας με συγγενή για την ανεργία μου, λέει "Κάποιο από τα προγράμματα του ΟΑΕΔ; αυτό για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα;" "Ναι, λέω, θα μπορούσα, αν ήμουν άνεργη για τον ΟΑΕΔ, αλλά σα μηχανικός, δεν νοούμαι άνεργη, παρά μόνο αν με έχουν απολύσει" "Ε, και γιατί δε κάνεις μια εικονική πρόσληψη με κάποιο γνωστό για δύο τρεις μήνες;" Προφανές, πως δεν το σκέφτηκα; ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟ, ΝΑ ΓΙΑΤΙ. Λες και δεν ήρθα αντιμέτωπη με τη σκέψη χιλιάδες φορές, και κάθε φορά που πήγα σε συνέντευξη και δε με πρόσλαβαν. "Ε, καλά, μου απαντάει, είσαι μαλάκας." ΤΟ ΞΕΡΩ! Το επιλέγω. Όσο έχω τη δύναμη ακόμη, όσο αντέχω. Αλλά ο κλοιός στενεύει, τα δάνεια ανεβαίνουν, και φοβάμαι, φοβάμαι ότι κάποια στιγμή, δε θα αντέξω, και δε θα μπορώ πια να επιλέγω να μαι μαλάκας. Όταν θα κινδυνεύει η στέγη του παιδιού μου; εκεί να με δω.

Όταν βγήκε το ΠΑΣΟΚ, στο λόγο του ο Παπανδρέου, είπε "ευνομία, δικαιοσύνη, αλλυλεγγύη, ανθρωπιά" και αφέθηκα να ελπίσω. Όχι όλα, μόνο την ευνομία παρακαλώ, αυτή μου αρκεί. Πριν λίγες μέρες ξαναμίλησε για τήρηση των κανόνων. Αυτή τη φορά δεν αφήνομαι να ελπίσω. Μακάρι να το καταφέρει, μακάρι, κι ας το κάνει ερήμην της ελπίδας μου.

Αλλά, αλλά... μια μικρή αχτίδα ελπίδας διαφαίνεται για μένα προσωπικά, και τη δυνατότητα μου να συνεχίσω να είμαι μαλάκας. Βρήκα δουλειά! Και άμα πάει καλά, και καταφέρω να τη κρατήσω αυτή τη δουλειά, ναι, ναι, θα συνεχίσω να είμαι μαλάκας! YUPI!!!




Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2010

Στο πνεύμα των ημερών

Χθες στο ραδιόφωνο άκουσα ένα μαγικό τραγούδι, αυτό.
Ψάχνοντας μέσα από τους στίχους του να το βρω στο you tube, ανακάλυψα ότι πρόκειται για ένα πασίγνωστο χριστουγεννιάτικο τραγούδι, το Carol of the Bells, το οποίο έχει διασκευαστεί άπειρες φορές και χρησιμοποιείται πολύ στις διάφορες επιδείξεις με συγχρονισμένα με φωτάκια. Έχει διασκευαστεί για τη ταινία "Μόνος στο σπίτι" από τον John Williams καθώς και από τους August Burn Red. Ειδικά αυτή η τελευταία διασκευή με αρέσει πολύ. Και φυσικά είναι κλασσικό τραγούδι για χορωδίες, ακόμη και ελληνικές!
Αυτό που με ενθουσίασε ιδιαίτερα είναι η προϊστορία του. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό ουκρανικό ρυθμό ο οποιός έγινε χριστουγεννιατικο τραγούδι από τον Ουκρανο συνθέτη Mykola Leontovych το 1916 με το τίτλοShchedryk (ο γενναιόδωρος). Το 1930 ο Peter Wilhousky το προσάρμοσε σε αυτό που τώρα είναι πιο γνωστό.
Προσωπικά, η πρώτη εκδοχή που άκουσα, αυτή στο ραδιόφωνο, από τους The Calling, με μάγεψε, οι δε στίχοι μου φέρνουν ένα χαμόγελο και μια γλύκα. Σημειωτέον, τους στίχους τους έχουν αλλάξει ελαφρώς, και τους προτιμώ έτσι όπως τους έχουν κάνει. Ακόμη πιο αισιόδοξους, ακόμη πιο γλυκούς.

Hark how the bells, sweet silver bells
all seem to say, throw cares away
Christmas is here, bringing good cheer
To young and old, meek and the bold

From every village town, can you hear the sound
Can you see the light, through the dark


Merry, merry, merry, merry Christmas,
Merry, merry, merry, merry Christmas,

all of them send, all without end
their joyful tone, to every home

Ding dong dong ding, ding dong dong ding
Ding dong dong ding ding dong dong ding

Oh how they proud, rasing the sound
o'er hill and dale, telling their tale
hear how they ring while people sing,
songs of good cheer, Christmas is here
From every village town, can you hear the sound
can you see the light through the dark

Merry, merry, merry, merry Christmas
Merry, merry, merry, merry Christmas

hear how they ring while people sing,
songs of good cheer, Christmas is here

Ding dong dong ding, ding dong dong ding
Ding dong dong ding ding dong dong ding

Christmas is here...

Και στο ίδιο πνεύμα, αν και φαινομενικά δείχνει αλλιώς, εξαιτίας μιας παράστασης που είδα πρόσφατα, έχω μαγευτεί με έναν άνθρωπο που δε ζει πια. Τον Γιάννη Κωνσταντινίδη. Διαβάζοντας για τη ζωή του και τα μύρια κύματα που πέρασε, τη διακριτικότητά του και ανακαλύπτοντας τη δημιουργικότητα του. Και κυρίως διαβάζοντας στο πρόγραμμα της παράστασης, από απομαγνητοφώνηση συνομιλιών του με τον Λάμπρο Λιάβα το 1984 αυτό:
" Έφυγα (από τη Δρέσδη το 1923) αφήνοντας του και δυο τρία μαθήματα απλήρωτα και το έχω βάρος στη συνείδησή μου. Είχα πάθει μεγάλο σοκ από την Καταστροφή τότε, και δεν ήμουν εντάξει στις κοινωνικές μου υποχρεώσεις, κι έκανα πράγματα που ήταν αντίθετα με το χαρακτήρα μου."
60 χρόνια μετά!

ΟΚ; Όσο υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι και συνειδήσεις τα Χριστούγεννα θα συνεχίζουν να έρχονται.

Χρόνια πολλά! Καλή χρονιά!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 16, 2010

Εξομολόγηση μιας πρώην αριστερής

Με αφορμή ένα σχόλιο στο άλλο μου μπλόγκ...

Μεγάλωσα λίγο περίεργα. Ο μπαμπάς μου ήταν άκρα δεξιός (όπως και όλη του η οικογένεια), η μητέρα μου άκρα αριστερή (μαζί και όλη της η οικογένεια). Στις οικογενειακές συνάξεις κάποια στιγμή, απαραιτήτως, η συζήτηση θα στρεφόταν στα πολιτικά, και απαραιτήτως τα αίματα θα άναβαν. Εμένα από παιδί μου άρεσε να ακούω τις συζητήσεις των μεγάλων, μου άρεσε να κάθομαι και να ακούω, οπότε άκουγα και τις δύο πλευρές. Κάποια στιγμή, ήμουνα σε θέση να επιλέξω. Και πήγα αριστερά.
Στο πανεπιστήμιο πήγα λίγο πιο αριστερά, εντάχθηκα στις τάξεις των αναρχοαυτόνομων. Έφαγα ξύλο στις διαδηλώσεις, έφαγα δακρυγόνα, έφαγα μολότοφ στο κεφάλι όταν περιφρουρούσα το χώρο του Πολυτεχνείου σε κατάληψη. Τότε πίστευα ότι θα αλλάξω το κόσμο, και είχα σαφείς ιδέες για το πως πρέπει να είναι ο κόσμος, τι εστί ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τι θα έπρεπε κάθε άνθρωπος να έχει δικαιωματικά. Ακόμη τα πιστεύω αυτά. Παρεμπιπτόντως. Και ανεξαιρέτως. Και ήθελα ένα κόσμο δίκαιο. Πάνω από όλα, αυτό που ήθελα να ικανοποιείται ήταν η αίσθηση του δικαίου.
Είχα και ένα ελάττωμα όμως. Δε πίστευα ότι κανείς μου χρωστάει τίποτα, πίστευα ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο ανάλογα με τις δυνάμεις του, κάποιος το αποκάλεσε δουλειά θαρρώ. Αυτό ήταν και είναι το ελάττωμα μου. Ήθελα αυτά που έχω να τα αξίζω, να τα έχω κερδίσει. Όταν δουλεύω να πληρώνομαι, όταν διαβάζω να περνάω μαθήματα, όταν προσφέρω φιλία να δέχομαι φιλία και ούτε καθ' εξής.
Η αριστερή μάνα μου δούλευε ατελείωτες ώρες. Ο δεξιός πατέρας μου δούλευε επίσης ατελείωτες ώρες. Η οικογένεια μου πέρασε (και τα θυμάμαι) φτώχεια, άνεση, φτώχεια, άνεση.
Μετά μπήκα στη παραγωγική διαδικασία για τα καλά. Αρχικά εδώ στην Ελλάδα, δούλευα και αμειβόμουν. Δίκαιο. Ίσως αμειβόμουν λίγο παραπάνω από ότι άξιζα. Μετά στην Αγγλία.
Άλλη νοοτροπία εκεί. Εκεί βρήκα τον εαυτό μου. Κι εκεί πέρασα φτώχεια, άνεση, και ξανά φτώχεια. Δούλεψα και αμείφθηκα πολύ καλά. Έχτισα. Κάπου πήγαινα. Και η κακιά(;) τράπεζα για την οποία δούλευα με φρόντισε όπως δε με φρόντισε η μάνα μου. Μου έδωσε επιλογές, με βοήθησε να αναπτυχθώ (ναι, και να είμαι πιο παραγωγική, σαν δε ντρέπονται, να κερδίσουν από εμένα ήθελαν) κι όταν βρέθηκα σε δυσκολίες, πίστεψε σε μένα και ότι δεν ήμουν τεμπέλα και με βοήθησε να τις ξεπεράσω. Μετά η ζωή με έφερε πίσω στην Ελλάδα. Δούλεψα ξανά και αμείφθηκα για αυτό. Ίσως πάλι αμειβόμουνα παραπάνω από ότι άξιζα. Και μετά έκανα μια λάθος επιλογή, μερικές κακές κινήσεις, βρέθηκα σε μια τετελεσμένη κατάσταση, έχασα τη δουλειά μου, κι έκτοτε παλεύω με την ανεργία. Φταίω και δέχομαι τις συνέπειες.
Όσο ήμουνα μέσα στην παραγωγική διαδικασία, και εδώ και στην Αγγλία, συνάντησα και δούλεψα με ανθρώπους, που ήτανε της ίδιας αντίληψης με εμένα, που ήθελαν να δουλεύουν και να αμείβονται για αυτό. Συνάντησα κι εδώ κι εκεί, όμως, και ανθρώπους, που πίστευαν ότι κάποιος τους χρωστάει, και είναι αποδεκτό, να μη δουλεύουν αλλά να τους κουβαλάνε οι άλλοι. Η διαφορά ήταν ότι εκεί, αυτούς τους ανθρώπους κανείς δε δεχότανε να τους κουβαλήσει. Εδώ, όχι μόνο τους κουβαλάνε, αλλά τους φοβούνται, τους δίνουν και παραπάνω, τους βάζουν να διοικούν τα σωματεία και τους αφήνουν να καθορίζουν τη μοίρα όλων μας. Εξαιτίας αυτών των ανθρώπων έχασα τη δουλειά μου, δε φταίνε αυτοί, φταίω εγώ που δεν ήξερα να τους χειριστώ. Εξαιτίας αυτών των ανθρώπων είμαστε εδώ που είμαστε, και δε φταίνε αυτοί, φταίμε εμείς που τους το επιτρέπουμε. Βρίσκουνε και τα κάνουνε. Και το δυστύχημα είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι φοράνε το μανδύα της αριστεράς, και μολύνουν ότι είχα ιερό. Στο όνομα μια αριστεράς που δεν αναγνωρίζω, στο όνομα μιας προστασίας της εργασίας χωρίς να διακρίνουν ότι πρέπει να είναι εργασία πρώτα και μετά να προστατευτεί. Στο όνομα μιας κακιάς εννοούμενης συναδελφικότητας, που προστατεύει αυτούς που δε γουστάρουν να εργαστούν, ή δεν είναι ικανοί να εργαστούν, δεν έχει σημασία, το αποτέλεσμα είναι ότι ο μέσος όρος της παραγωγικότητας πέφτει και τα νούμερα δε βγαίνουν. Και μένουμε οι υπόλοιποι μαλάκες, και εγλωβισμένοι σε μια κατάσταση που μας χτυπάει αλύπητα όλους μας. Οπότε, όχι, δεν στηρίζω πια καμιά αριστερά, στη μόνη διαδήλωση που θα πάω θα είναι μια αντιδιαδήλωση, θέλω να απολυθούν όσοι πρέπει να απολυθούν για να είναι βιώσιμες οι επιχειρήσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, να περάσουμε μέσα από τη σκοτοδίνη, μπας και μπορέσουμε ξανά να αρχίσουμε από την αρχή. Να βρούμε άλλους τρόπους, διαφορετικούς τρόπους. Πιστεύω στις δυνάμεις και την ικανότητα της αγοράς να αυτορρυθμίζεται, είναι η μόνη ελπίδα που μου έχει απομείνει, μπας και κάποια στιγμή μου επιτραπεί να ξαναδουλέψω και να αμείβομαι για αυτό. Γιατί προσωπικά, όσο δε δουλεύω, και δεν παράγω, δε θεωρώ ότι κανείς, και ειδικά το κράτος, μου χρωστάει τίποτα και είναι απόλυτα δίκαιο, αφού αυτή τη στιγμή δε δουλεύω, να μην έχω. Σκληρό αλλά δίκαιο. Και φυσικά καθόλου αριστερής αντιλήψεως, οπότε πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν είμαι πλέον αριστερή. Ίσως και να μην ήμουνα ποτέ.