Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2010
struggle for pleasure
Ο καιρός, οι μέρες, εγώ, το μυαλό που γυρίζει και τριγυρίζει, σε σκέψεις μελαγχολικές, σε αν, γιατί, και πως, αλήθεια πως, και ξανά μανά γιατί, και αν... Και φυσικά στο τελοςπάντων της διαγραφής, γιατί τελικά η διαγραφή μόνο σώζει το μυαλό από αυτά που δεν αντέχει, που δεν ανέχεται, που δεν γενικώς. Και ειδικώς. Τελοςπάντων ειδικώς και τελικώς. Αλλά το μυαλό εκεί γυρίζει και ξανάγυρίζει, κι όσο κι αν προσπαθώ να το μουδιάσω, αυτό, το εξαιρετικό και εξαιρετικά δικό μου, τριγυρίζει και αυτό στο μυαλό. Με όλες τις λέξεις να απαιτούν να είναι εκεί, και ούτε μία να μη μπορώ να αλλάξω, και με τη μουσική του άλλου κόσμου, του μαγικού, του αλλότερου σου. Τριγυρίζει, και τριβελίζει, και μελαγχολεί. Και ξαναμελαγχολεί. Και ξαφνικά από αυτόν τον ίδιο το αλλότερο κόσμο μου έρχεται κι αυτό, παλιός γνώριμος και φίλος, μου θυμίζει ότι υπάρχουν και θαύματα και μαγεία, και αν υπάρχουν θαύματα και μαγεία, ε τότε, υπάρχει και ελπίδα. Φίλος λοιπόν, αλλά πάντα μακρινός, είπαμε από άλλον κόσμο, και τελικά πως, ποιός, και γιατί επέλεξε κι επέλεξα το δικό μου κόσμο δε ξέρω και πως, και γιατί τελικά δε θέλω να τον αφήσω, αλλά δε ξέρω και να τον χειριστώ παρά μόνο να μελαγχολώ, ξανά και ξανά και ξανά. Οκτωβρης είναι θα περάσει. Το ίδιο κάποιος είπε για τη ζωή. Κρατάει όμως χρόνια αυτή η κολώνια, και δε μυρίζει πάντα ωραία, μπορεί και να ταγγίσει, μπορεί να χεις και συνάχι, μπορεί και τι. Εσύ δε ξέρω τι, και δε με νοιάζει, αλλά να που σκέφτομαι και μελαγχολώ και δεν μπορεί εν τέλει παρά να με νοιάζει και να ρωτώ το συμπάν, όλα αυτά τα αν και τα γιατί και τα πως, κυρίως τα αν πως. Να κοιτάξω μέσα βαθιά και πέρα μακριά και να κάνω επιτέλους τις σωστές ερωτήσεις, και να αναγνωρίσω αυτά που αφησα χωρίς να θέλω, κι αυτά που άφησα και ήθελα ενώ δεν έπρεπε, και αυτά που έπρεπε να αφήσω και δεν άφησα, κυρίως τα τελευταία να αναγνωρίσω. και να μελαγχολήσω, γιατί σε αυτόν τον αλλότερο κόσμο, δε χρειαζόταν τίποτα να αναγνωρίσω, να ρωτήσω, να αφήσω ή να κρατήσω. Κι όμως δεν είναι πάλη είναι άφεμα και ναι, ναι και πάλι ναι, και φυσικά διαγραφή. Πάνω από όλα διαγραφή.
Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010
Τα λόγια τα κλεμμένα
Τρέχω στην Αττική οδό, όχι με ζακετάκι πάνω από το νυχτικό, αλλά με ραντάκι, κι έχω ξεπαγιάσει, αλλά το παράθυρο οφείλει να είναι ανοιχτό, κι έγω οφείλω να έχω τον αέρα συντροφιά γιατί έχω για συντροφιά τον Ραράκο και μου βαλε να ακούσω αυτό. Και η ζωή είναι απλή και ωραία. Αυτήν τη στιγμή. Αυτή η στιγμή μπαίνει στο ζύγι που θέλω. Κι εγώ αυτή τη στιγμή μπορώ και είμαι το κορίτσι που ποτέ δεν ήμουνα, και όμως αυτό είμαι κι ας μην είμαι, αν με εννοείς. Και τη γυναίκα που μαζεύει ιστορίες δικές της και ιστορίες ξένες, ιστορίες πικρές και δύσκολες, αυτή τη γυναίκα, αυτή τη στιγμή δεν τη ξέρω. Γιατί είδα φίλη και είπιαμε καφέ, και χάρηκα θερινό σινεμά και τώρα τρέχω στην Αττική Οδό. Με τα γκάζια μου, τον αέρα μου, και όλα.
Ειδησεις. Η έξοδος μου. Χαμηλώνω ταχύτητα, ο αέρας δε με φυσάει, δε κρυώνω πιά. Και η ζωή ξαναφαντάζει πικρή και δύσκολη. Μια ιδέα είναι. Αρκεί να πατήσω ένα τόσο δα κουμπάκι και να κλείσω το ραδιόφωνο. Τσαφ. Χαμόγελο. Ανάσα.
Κλειδιά στο χέρι, σπίτι, οι επιλογές μου. Πόσο βαθιά ανάσα να πάρω; Να θυμηθώ να κόψω το τσιγάρο να μακρύνω τις ανάσες μου. Αλλά τι τα θες, είχα τη στιγμή μου; Την πρόσθεσα στο ζύγι; Όλα καλά.
Ειδησεις. Η έξοδος μου. Χαμηλώνω ταχύτητα, ο αέρας δε με φυσάει, δε κρυώνω πιά. Και η ζωή ξαναφαντάζει πικρή και δύσκολη. Μια ιδέα είναι. Αρκεί να πατήσω ένα τόσο δα κουμπάκι και να κλείσω το ραδιόφωνο. Τσαφ. Χαμόγελο. Ανάσα.
Κλειδιά στο χέρι, σπίτι, οι επιλογές μου. Πόσο βαθιά ανάσα να πάρω; Να θυμηθώ να κόψω το τσιγάρο να μακρύνω τις ανάσες μου. Αλλά τι τα θες, είχα τη στιγμή μου; Την πρόσθεσα στο ζύγι; Όλα καλά.
Σάββατο, Ιουνίου 19, 2010
Το ευλογημένο καράβι
Ποῦ πᾶς καραβάκι, μὲ τέτοιον καιρό,
σὲ μάχεται ἡ θάλασσα, δὲν τὴ φοβᾶσαι;
Ἀνέμοι σφυρίζουν καὶ πέφτει νερό,
ποῦ πᾶς καραβάκι, μὲ τέτοιον καιρό;»
«Γιὰ χώρα πηγαίνω πολὺ μακρινή,
θὰ φέξουνε φάροι πολλοὶ νὰ περάσω,
βοριάδες, νοτιάδες θὰ βρῶ,
μὰ θὰ φτάσω μὲ πρίμο ἀγεράκι, μ᾿ ἀκέριο πανί».
«Κι οἱ κάβοι ἂν σοῦ στήσουν τὴ νύχτα καρτέρι,
ἐπάνω σου ἂν σπάσει τὸ κῦμα, θεριό,
καὶ πάρει τοὺς ναῦτες καὶ τὸν τιμονιέρη;
Ποῦ πᾶς καραβάκι, μὲ τέτοιον καιρό;»
«Ψηλὰ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ βράχου,
ποὺ ἀσπρίζει, γιὰ μένα ἔχουν κάμει κρυφὴ λειτουργία
ὀρθὸς ὁ Χριστὸς τὸ τιμόνι μου ἀγγίζει,
στὴν πλώρη μου στέκει ἡ Παρθένα Μαρία».
Ίσως να πρόκειται και περί αποκάλυψης. Γυρίζοντας από βόλτα σήμερα, κι ενώ όλη μέρα στρυφογύριζε στο μυαλό μου η σκέψη "Φαντασιώνομαι μια ζωή διαφορετική και απορώ γιατί δεν την έχω", ξαφνικά, από το πουθενά, μου καρφώθηκε ο στίχος "Που πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;" και μου κόλλησε. Δε ξέρω πόσα χρόνια είχα να το ακούσω το συγκεκριμένο τραγούδι, και δε θυμόμουνα κανένα άλλο στίχο του. Ευλογημένο ιντερνετ, άμεσα βρήκα το ευλογημένο καράβι, ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου λέει, πρώτη μελοποίηση και εκτέλεση από την Αφροδίτη Μάνου.
Εκπληκτικό, το υποσυνείδητο ανέσυρε ακριβώς τα λόγια που χρειαζόμουνα να ακούσω, και η πίστη του ποιητή επιτρέπει στη δίκη μου πίστη να ξεμυτίσει. Κι ας είναι η δίκη μου πίστη άλλη.
Πραγματικά εκπληκτικό. Ευλογημένο δε ξέρω. Ίσως.
σὲ μάχεται ἡ θάλασσα, δὲν τὴ φοβᾶσαι;
Ἀνέμοι σφυρίζουν καὶ πέφτει νερό,
ποῦ πᾶς καραβάκι, μὲ τέτοιον καιρό;»
«Γιὰ χώρα πηγαίνω πολὺ μακρινή,
θὰ φέξουνε φάροι πολλοὶ νὰ περάσω,
βοριάδες, νοτιάδες θὰ βρῶ,
μὰ θὰ φτάσω μὲ πρίμο ἀγεράκι, μ᾿ ἀκέριο πανί».
«Κι οἱ κάβοι ἂν σοῦ στήσουν τὴ νύχτα καρτέρι,
ἐπάνω σου ἂν σπάσει τὸ κῦμα, θεριό,
καὶ πάρει τοὺς ναῦτες καὶ τὸν τιμονιέρη;
Ποῦ πᾶς καραβάκι, μὲ τέτοιον καιρό;»
«Ψηλὰ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ βράχου,
ποὺ ἀσπρίζει, γιὰ μένα ἔχουν κάμει κρυφὴ λειτουργία
ὀρθὸς ὁ Χριστὸς τὸ τιμόνι μου ἀγγίζει,
στὴν πλώρη μου στέκει ἡ Παρθένα Μαρία».
Ίσως να πρόκειται και περί αποκάλυψης. Γυρίζοντας από βόλτα σήμερα, κι ενώ όλη μέρα στρυφογύριζε στο μυαλό μου η σκέψη "Φαντασιώνομαι μια ζωή διαφορετική και απορώ γιατί δεν την έχω", ξαφνικά, από το πουθενά, μου καρφώθηκε ο στίχος "Που πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;" και μου κόλλησε. Δε ξέρω πόσα χρόνια είχα να το ακούσω το συγκεκριμένο τραγούδι, και δε θυμόμουνα κανένα άλλο στίχο του. Ευλογημένο ιντερνετ, άμεσα βρήκα το ευλογημένο καράβι, ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου λέει, πρώτη μελοποίηση και εκτέλεση από την Αφροδίτη Μάνου.
Εκπληκτικό, το υποσυνείδητο ανέσυρε ακριβώς τα λόγια που χρειαζόμουνα να ακούσω, και η πίστη του ποιητή επιτρέπει στη δίκη μου πίστη να ξεμυτίσει. Κι ας είναι η δίκη μου πίστη άλλη.
Πραγματικά εκπληκτικό. Ευλογημένο δε ξέρω. Ίσως.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2009
Για να δούμε
Κρατώ αυτό
ευνομία, δικαιοσυνη, αλλυλεγγύη, ανθρωπιά
με αυτή τη σειρά
όπως ειπώθηκε
και ελπίζω
κάτι μου λέει ότι δεν είμαι η μόνη
ελπίζω
σε ευνομία και δικαιοσύνη
τα άλλα δύο μετά, στο καιρό τους
για αρχή μπορώ να έχω ευνομία και δικαιοσύνη?
ευνομία τουλάχιστον?
και αυτό μόνο θα μου αρκέσει
μόνο μη μου χαλάσετε τη σειρά
ειπώθηκε σωστά
το συνειδητοποιεί άραγε αυτός που την είπε?
το επαναλαμβάνω για να μη το ξεχάσει
ευνομία, δικαιοσύνη, αλλυλεγγύη, ανθρωπιά
με αυτήν τη σειρά
ευνομία, δικαιοσυνη, αλλυλεγγύη, ανθρωπιά
με αυτή τη σειρά
όπως ειπώθηκε
και ελπίζω
κάτι μου λέει ότι δεν είμαι η μόνη
ελπίζω
σε ευνομία και δικαιοσύνη
τα άλλα δύο μετά, στο καιρό τους
για αρχή μπορώ να έχω ευνομία και δικαιοσύνη?
ευνομία τουλάχιστον?
και αυτό μόνο θα μου αρκέσει
μόνο μη μου χαλάσετε τη σειρά
ειπώθηκε σωστά
το συνειδητοποιεί άραγε αυτός που την είπε?
το επαναλαμβάνω για να μη το ξεχάσει
ευνομία, δικαιοσύνη, αλλυλεγγύη, ανθρωπιά
με αυτήν τη σειρά
Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009
Γαμώτο μου
Η κάθε πράξη, και η απραξία έχουν συνέπειες.
Ο λόγος, και η σιωπή, έχουν συνέπειες.
Ανεξαρτήτως, γιατί έγινε, ποια δικαιολογία, ποια καλή πρόθεση, ποιός μη σωστός υπολογισμός των συνεπειών, οι συνέπειες παραμένουν.
Είναι αυτές που είναι
Ανεξαρτήτως ελαφρυντικών, ή τυχαιότητας.
Οι συνέπειες εκεί.
Και γαμώτο μου, δεν είναι μόνο δικές μας, είναι και των πιο κοντινών μας.
Ναι, κι αυτό θα περάσει, όλα περνάνε, αλλά με ποιό τίμημα.
Γαμώτο μου, με έχω νεύρα, καλά κάνω, θα το διαχειριστώ, έχω εμπιστοσύνη, αλλά οι συνέπειες παραμένουν. Γαμώτο μου.
Και πόσο γελοιο είναι
Εγώ, που είμαι καλή, που δεν έχω πειράξει μυρμήγκι, πλήγωσα τον πιο αγαπημένο μου.
Γαμώτο μου.
Ο λόγος, και η σιωπή, έχουν συνέπειες.
Ανεξαρτήτως, γιατί έγινε, ποια δικαιολογία, ποια καλή πρόθεση, ποιός μη σωστός υπολογισμός των συνεπειών, οι συνέπειες παραμένουν.
Είναι αυτές που είναι
Ανεξαρτήτως ελαφρυντικών, ή τυχαιότητας.
Οι συνέπειες εκεί.
Και γαμώτο μου, δεν είναι μόνο δικές μας, είναι και των πιο κοντινών μας.
Ναι, κι αυτό θα περάσει, όλα περνάνε, αλλά με ποιό τίμημα.
Γαμώτο μου, με έχω νεύρα, καλά κάνω, θα το διαχειριστώ, έχω εμπιστοσύνη, αλλά οι συνέπειες παραμένουν. Γαμώτο μου.
Και πόσο γελοιο είναι
Εγώ, που είμαι καλή, που δεν έχω πειράξει μυρμήγκι, πλήγωσα τον πιο αγαπημένο μου.
Γαμώτο μου.
Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009
Μη με φοβάσαι.
Θέλω μόνο να μιλήσω. Όπως ο Τζόυς χρησιμοποιούσε τη γραφή για να διαχειρηστεί τη νεύρωση του, έτσι κι εγώ χρησιμοποιούσα αυτό το μπλογκ. Τα ξέρναγα. Τα διαχειριζόμουνα. Κι έπειτα δε μπορούσα πια να τα ξερνάω γιατί ανήκαν αλλού. Και έμειναν μέσα μου, μένουν μέσα μου τόσο καιρό πιά, που πλέον δε με νοιάζει, ας ανήκουν αλλού, ας παρεξηγηθούν, ας είναι ότι να ναι. Δεν έχω επιλογή παρά να μιλήσω στο κενό. Κι ας μην ακούει μόνο το κενό. Θέλω μόνο να μιλήσω. Να μιλήσω. Μπας και ξαναβρώ τα κομμάτια μου που ένα ένα διέγραψα, πρώτο αυτό το διέξοδο της γραφής, και μετά ένα ένα τα όλα μου, και πια δεν έμεινε τίποτα που να θυμίζει τι είμαι. Μόνο το πρακτικό κομμάτι που στέκεται, κι αντέχει, και συνεχίζει. Γιατί έτσι πρέπει, γιατί είναι η μόνη επιλογή. Μέχρι πριν δέκα μέρες το διαχειριζόμουνα. Νόμιζα. Έκανα αυτό που πρέπει, όχι αβασάνιστα, όχι, δεν ειμαι κανένας ήρωας, όχι, αλλά ανεξαρτήτως γκρίνιας, έκανα αυτό που πρέπει και άντεχα να μην είμαι τίποτα αναγνωρίσιμο. Και έτσι ξαφνκά άρχισα να έχω αυπνίες, άρχισε το μυαλό να σκέφτεται πάλι, μα γιατί μυαλό χαζό άρχισες να σκέφτεσαι, και τώρα πια πνίγομαι, πνίγομαι από όλες αυτές τις λέξεις που δε γράφω. Πνίγομαι από όλα αυτά που ζω, που επέλεξα να ζω, από τις καταστροφές και τους θανάτους που επιλέγω. Βαράτε αλύπητα αντέχω. Άντεχα,αντέχω, θα αντέχω. Ουδε μίαν αμφιβολίαν περι τούτου. Η αλκιμήδη είναι σαν την Ελλάδα, δεν πεθαίνει (που τέτοια λύτρωση για μένα), μόνο ξαποσταίνει, και επειτα πάλι προς τα λάθη τραβά, τραβά, τραβά. Και πάντα πίστευα ότι δε θα μπορέσω να τα βγάλω πέρα, και πάντα νόμιζα ότι τούτο το πέσιμο θα είναι και το τελευταίο. Κι όμως, ω, να τη ξανασηκώνεται. Και πάντα, ένοιωθα κουρασμένη και ήθελα να έρθει κάποιος να με σώσει. Και πάντα εγώ, ο ίδιος μου ο εαυτός, ναι, ναι, αυτός ο κλέφτης στον καθρέφτη, εγώ, με σώζω. Όχι για πολύ, ξανά λάθη, και ξανά, και ξανά. Ναι ξέρω, κι αυτήν την φορά θα τα καταφέρω. Και δε θέλω πια να με σώσει κανείς, δε χρειάζομαι την υποχρέωση, και ναι νιώθω κουρασμένη, τόσο μα τόσο κουρασμένη, τόσο που δεν νομίζω ότι θα τα βγάλω πέρα, κι όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται, και θα το κάνει τώρα. Βαράτε αλύπητα λοιπόν. Δώσε κι άλλο, αντέχω. Πάρε τα όλα, αντέχω. Μη μου δώσεις ούτε μια ελπίδα, ούτε μια αμυδρή υποψία στήριξης από πουθενά. Το μάθημα το πιασα, και για να είμαστε σίγουροι ότι θα το μάθω για τα καλά και δε θα μου ξεφύγει, χτύπα κι άλλο. Σε προκαλώ. Είμαι βράχος, δε λυγίζω, οι καταιγίδες με λυάνανε, και σε λίγο θα γλυστρούν και δε θα ακουμπούν. Θα γίνω ένας βράχος αδιάβροχος. Πριν πολλά χρόνια σε ένα γκρουπ ομαδικής θεραπίας για τη στήριξη της αυτοπεποιήθησης, μας έβαλε η ψυχολόγα να πούμε το κυριότερο μας χαρακτηριστικό. I am a fighter είπα, και σιχτιρούσα που αναγκαζόμουνα να είμαι μαχήτρια. Και σε μια στιγμή αναστάτωσης και που η ζωή μου γιά άλλη μια φορά είχε έρθει τούμπαλιν, μου είπε μια φίλη, you ve done it before, you ll do it again. Και το κανα, κι άλλη μια φορά, κι άλλη μια. Και σκέφτομαι τώρα που με έχω διαγράψει κι αναρριωτιέμαι που θα βρω ξανά τα κομμάτια μου, κι αυτο το έργο το έχω ξαναδεί. Και μετά με ξαναβρήκα. Και όλα αυτά που μου φαίνονται βουνό, δε με νοιάζει, βράχος βουνό είμαι, και έχω θέα κι ας μην τη βλέπω. Και σκέφτομαι οι πιο ευτυχισμένες μέρες, οι μέρες που ήμουνα καλά, ήμουν μόνη, χωρίς στηρίγματα, χωρίς ελπίδες, χωρίς παραισθήσεις, χωρίς μέλλον. Οπότε είμαι σε καλό δρόμο, σωστά; :-) Κι όχι δικαίωση δε ψάχνω, έσφαλλα, θα πληρώσω, τις ευθύνες εγώ, εγώ και τις συνέπειες, σωστά; Κι έτσι μη με φοβάσαι. Δε με σκότωσε, δε με έκανε πιο δυνατή. Ήμουν ηδη. Είμαι. Και τι χαζό να αναζητώ κάποιον να με ξεκουράσει, όταν ο πριγκηπάς μου ήταν πάντα εδώ, ο εαυτός μου. Αυτός θα με πάρει από το χέρι, αυτός θα μου πει σώπα καλό μου μη κλαίς, αυτός θα με χαιδέψει, αυτός ο σύντροφος, το στήριγμα, ο οδηγός. Βαράτε λοιπόν, βαράτε, μη με λυπάσαι, μη με φοβάσαι, όχι οίκτος, πείσμα μονάχα, και γερά ξανά μανά από την αρχή. Να βρούμε την αλκιμήδη σιγά σιγά, να ξαναβάλουμε τη ψυχή μέσα της, να τη ξαναστήσουμε. Έχει πολλά λάθη ακόμη να κάνει, αμαρτία να το στερηθεί αυτό, σωστά; Σωστά να λες, σωστά.
Χαμογελώ λιγάκι. Ευχαριστώ.
Χαμογελώ λιγάκι. Ευχαριστώ.
Κυριακή, Μαρτίου 22, 2009
Ποιώ ανοικτότερα..
Πρώτη μέρα της άνοιξης σήμερα. Μη χέσω. Μόνο άνοιξη δε θύμιζε αλλά κάποια στιγμή μέσα από τη βροχή έσκασε ένας ήλιος και ήταν αρκετός. Εξάλλου πλάι μου και στην αγκαλιά μου είχα τον ήλιο τον ίδιο, οπότε τι με νοιάζει. Ξετρελάθηκε με τις λακούβες τις γεμάτες νερό, και τα αααα και ουάου δε σταμάτησαν όταν ένα αυτοκινητο περνούσε με φόρα και κατάβρεχε το συμπαν. Άλλος θα συχτίριζε κι εμείς ξεφωνίζαμε από ενθουσιασμό. Και μετά πήρε σβάρνα λακούβα και λακουβάκια, και πλατς εδώ και πλατς εκεί. Εξάλλου είχαμε γίνει παπιά. Οπότε μια χαρά άνοιξη ήταν, και καλή αρχή της εποχής, όλη μέρα μαζί μετά από τρεις μέρες που είχα να τον δω.
Ημέρα ποίησης κιόλας, να μη ξεχνιόμαστε. Δε το χα πάρει χαμπάρι, μου το πανε οι φιλενάδες μου, και ποιος ο τιμώμενος ποιητής φέτος; Ρίτσος. Γέλασα μέσα μου και μια ικανοποίηση. Φέτος είναι δικός μου, γλυκιά τυχαιότης, φέτος είναι δικός μου.
Ημέρα ποίησης κιόλας, να μη ξεχνιόμαστε. Δε το χα πάρει χαμπάρι, μου το πανε οι φιλενάδες μου, και ποιος ο τιμώμενος ποιητής φέτος; Ρίτσος. Γέλασα μέσα μου και μια ικανοποίηση. Φέτος είναι δικός μου, γλυκιά τυχαιότης, φέτος είναι δικός μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)