ή να βαράς το κεφάλι σου στο τοίχο
Προσπαθώ να μαζέψω τα δικαιολογιτικά για να κάνω αίτηση μέσω ΑΣΕΠ. Στα γεράματα μου ήρθε να γίνω δημόσιος υπάλληλος θα πεις, αλλά ποτέ δε ξέρεις ίσως να ναι για καλό.
Δύο διαφορετικές εμπειρίες.
Δε βρίσκω το Master μου οπότε τηλεφωνώ στο πανεπιστήμιο στη Αγγλία από όπου αποφοίτησα το 1997 παρακαλώ (δε θυμώμουν τη χρονιά αυτοί μου το βρήκαν με μόνη πληροφορία το όνομα και τη χρονολογία γέννησης) και μέσω τηλεφώνου και email μέσα σε μισή ώρα κατάφερα να βρώ που πρέπει να απεθυνθώ, να κάνω αίτηση για επανέκδοση πτυχίου, να πληρώσω ηλεκτρονικά το κόστος, και να με ενημερώσουν ότι εκδόθηκε, μήπως να σας το στείλουμε με φαξ πριν το ταχυδρομήσουμε. Και το φαξ είναι στα χέρια μου. Σημειωτέον. Τηλέφωνησα στις 9:οο η ώρα που ανοίγουν.
Επόμενος σταθμός ΚΕΠ. Εγγραφή και ηλεκτρονική αίτηση για ότι χρειάζομαι. Ελπίζω στο τέλος της εβδομάδας να τα έχω. Διαδικασία σχετικά ανώδυνη, αν και μου πήρε συνολικά μια μιση ώρα μέχρι να βρώ αριθμούς δημοτολογίου, ΑΦΜ, ταυτότητας, μητρώου ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και δε συμμαζεύεται. Δε παραπονιέμαι, ανώδυνο ήταν. Όσο ήμουν στον ιστότοπο του ΚΕΠ πέφτει το μάτι μου και στο "επίδομα για απροστάτευτα τέκνα". Όπα λέω, τι είναι τούτο; Ψάχνω, ψάχνω, 44 ευρώπουλα για ανύπαντρες μανάδες. Δεν είναι πολλά, καλύπτουν για να δω, το γάλα και τα γιαούρτια του παιδιού, οπότε κάτι είναι, από το τίποτα, μαλλον δεν τα δικαιούμαι, αλλά ποτέ δε ξέρεις, για να δω αν τα δικαιούμαι. Ψάχνω, ψάχνω, ψάχνω, και εν τέλει να τη η πληροφορία, δε τα δικαιούμαι φυσικά, αλλά είναι να τρελαίνεσαι. Για να τα δικαιούται η άμοιρη ανύπαντρη μάνα πρέπει να έχει οικογενειακό εισόδημα κάτω από 294 ευρώ το μήνα; Συγνώμη μπορούν δύο άτομα να επιβιώσουν με αυτό το ποσό; Ή με τα 334 ευρώ που γίνονται μαζί με το επίδομα; Δε μιλάμε να είσαι στα όρια της φτώχιας αλλά τελείως στον πάτο. Και τα παιδιά παραμένουν απροστάτευτα δυστυχώς.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 05, 2008
Τρίτη, Νοεμβρίου 04, 2008
Αναπάντεχα
Σήμερα το μεσημέρι, πηγαίνοντας να πάρω από το σχολείο τον Ιάσωνα, ακούω από κάπου μακριά, μια υπέροχη αντρική φωνή, να τραγουδά. Ο ήχος με πλησίαζε, και με πλησίαζε, και ξαφνικά, βλέπω έναν νεαρό, άτσαλα ντυμένο και μακρυμάλλη, πάνω σε ποδήλατο, να τραγουδά και να πηγαίνει. Και ο ήχος με προσπέρασε και μετά χάθηκε.
Γλυκάθηκα και χαμογέλασα, κι έτσι εντελώς ξαφνικά θυμήθηκα, ότι αυτό είναι που αγαπώ στη ζωή, αυτές τις μικρές μαγικές στιγμές. Περιέργως την υπόλοιπη μέρα ήμουν πολύ καλά. Πήγα και πισίνα. Έφτιαξα και πίτσα (πολλοστή προσπάθεια και επιτέλους η πρώτη επιτυχημένη, μπράβο αλκιμήδη, μπράβο). Πήγα και θέατρο (μαγικό), και, μου έδωσε και τριαντάφυλλο ο ηθοποιός (τα καλά του να κάθεσαι πρώτη σειρά φιλενάδες αγαπημένες). Γύρισα να γράψω για το έργο, αλλά δε ξέρω γιατί, κάτι με έπιασε και ξαναδιάβασα τα πρώτα πρώτα ποστ μου. Με παρεξένεψε η αισιοδοξία τους. Εγώ θυμάμαι εκείνη την εποχή ως μία από τις πιο μου δύσκολες. Θαύμασα τη δύναμη μου. Και διάβασα σε αυτά και κάτι που είχα ξεχάσει εντελώς και που κάποτε ήταν όλο μου το είναι, η αντίληψη μου για τη ζωή
"Νοιώσε, γεύσου, ζήσε"
Κι έτσι αναπάντεχα, πιστεύω ότι με ξαναβρήκα.
Το πιο απιστευτο, το τραγούδι ήταν το fly me to the moon. Αλλά θα επιλέξω να μη βάλω περαιτέρω διαστάσεις σε αυτό το γεγονός. Ήταν τυχαίο εξάλλου!
Το θεατρικό ήταν το "Από δω και πέρα μόνο χαπι έντ" και θα θεωρήσω το τίτλο του έργου επίσης παντελέστατα τυχαίο...
Γλυκάθηκα και χαμογέλασα, κι έτσι εντελώς ξαφνικά θυμήθηκα, ότι αυτό είναι που αγαπώ στη ζωή, αυτές τις μικρές μαγικές στιγμές. Περιέργως την υπόλοιπη μέρα ήμουν πολύ καλά. Πήγα και πισίνα. Έφτιαξα και πίτσα (πολλοστή προσπάθεια και επιτέλους η πρώτη επιτυχημένη, μπράβο αλκιμήδη, μπράβο). Πήγα και θέατρο (μαγικό), και, μου έδωσε και τριαντάφυλλο ο ηθοποιός (τα καλά του να κάθεσαι πρώτη σειρά φιλενάδες αγαπημένες). Γύρισα να γράψω για το έργο, αλλά δε ξέρω γιατί, κάτι με έπιασε και ξαναδιάβασα τα πρώτα πρώτα ποστ μου. Με παρεξένεψε η αισιοδοξία τους. Εγώ θυμάμαι εκείνη την εποχή ως μία από τις πιο μου δύσκολες. Θαύμασα τη δύναμη μου. Και διάβασα σε αυτά και κάτι που είχα ξεχάσει εντελώς και που κάποτε ήταν όλο μου το είναι, η αντίληψη μου για τη ζωή
"Νοιώσε, γεύσου, ζήσε"
Κι έτσι αναπάντεχα, πιστεύω ότι με ξαναβρήκα.
Το πιο απιστευτο, το τραγούδι ήταν το fly me to the moon. Αλλά θα επιλέξω να μη βάλω περαιτέρω διαστάσεις σε αυτό το γεγονός. Ήταν τυχαίο εξάλλου!
Το θεατρικό ήταν το "Από δω και πέρα μόνο χαπι έντ" και θα θεωρήσω το τίτλο του έργου επίσης παντελέστατα τυχαίο...
Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2008
ονειρικές εκπτώσεις
Έχω μια ανηψιά που είναι μια σειρά από θαύματα. Όμορφο παιδί, καλό παιδί, έξυπνο παιδί. Με συγκλονίζει το χιούμορ της. Το παιδί δε το ξέρω. Κατοικεί μακριά από εμάς και δυστυχώς η επαφή είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Εξ ακοής μαθαίνω νέα της και θαυμάζω. Τυγχάνει να είναι το μοναδικό παιδί αυτής της γενιάς που ο πατέρας μου πρόλαβε κάπως να ζήσει πριν πεθάνει.
Σε τροχαίο πριν τέσσερα χρόνια χτύπησε άσχημα και έπεσε σε κώμα. Ποιός ακριβώς τη γάντζωσε στη ζωή, η μάνα της; η ίδια; είναι τόσο καλό παιδί που μερικές φορές σκέφτομαι γαντζώθηκε γιατί δεν άντεχε η ψυχή της να στεναχωρήσει τους γονείς της, κι έτσι, σαν από θαύμα ξύπνησε μετά από εννέα δέκα μήνες. Και συνέχισε τα θαύματα, έμαθε ξανά να περπατάει, έμαθε ξανά να μιλάει, έμαθε ξανά να χρησιμοποιεί τα χέρια της. Δυστυχώς όχι τόσο καλά όσο πριν το ατύχημα. Και μετά είπε να κάνει μερικά ακόμη θαύματα, και για να συνεχίσει να είναι στο σχολείο με τις φίλες της, διάβασε ένα καλοκαίρι και πέρασε τη τάξη που είχε χάσει. Και τελευταία έκανε ακόμη ένα, έδωσε πανελλήνιες (ή πανελαδικές ή όπως αλλιώς τις λένε αυτές τις εκ των ες ες εκπορευόμενες εξετάσεις εισαγωγής στα ελληνικά πανεπιστήμια) και ήρθε σχεδόν πρώτη. Δε ξέρω από πότε είχα να τη δω. Την είδα αυτή την εβδομάδα. Δε γνωρίζω τίποτα για το ποιά είναι πραγματικά. Θα ήθελα, αλλά όσο κι αν μου μίλησε με τόση αγάπη, μα πως μπορεί να είναι τόσο γλυκιά; κάπου νιώθω παρείσακτη στη ζωή της, στη ζωή των δικών της ανθρώπων. Τι να της πω κι εγώ από τη ζωή μου; Ανάμεσα στους γονείς της μια σύγκρουση. Η μητέρα, ορμώμενη ίσως από την ανάγκη της να δει το παιδί της να ξεκουράζεται; ή ίσως να διαισθάνεται ότι το παιδί της έχει ανάγκη από ξεκούραση; ή ίσως να θέλει να τη προστατεύσει από απογοητεύσεις; να θέλει να τη βοηθήσει να αποδεχθεί μια κατάσταση και να προχωρήσει; που να ξέρω, δε τους ξέρω τους ανθρώπους, και ο πατέρας σα να θέλει να τη σπρώξει να το παλέψει λίγο ακόμα, να την αφήσει να κάνει άλλη μια μικρή κατάκτηση μόνη της, για να χτίσει την αυτοπεποίηθηση της; για να μην κάνει εκπτώσεις στα όνειρα της; Τείνω με τον πατέρα, αλλά όπως είπαμε, τι να τους πω κι εγώ από τη ζωή μου; αγγαλιάσανε το θάνατο οικογενειακώς και βγήκανε από τη μάχη νικητές αλλά με βαριά τραύματα. Κι όπως έβλεπα αυτό το θεσπέσιο παιδί, να περπατά σιγά και να επιμένει να περπατά, να μιλάει αργά και να πετάει τις φοβερές ατάκες, να δέχεται αρνήσεις από σχολές που ήθελε λόγω των κινητικών της προβλημάτων και ας είναι η ενσάρκωση του θαύματος, σκεφτόμουν εκείνα τα νιάτα που αναφερόμουνα σε προηγούμενο ποστ, που είχαν αυτήν την αύρα ότι ο κόσμος τους ανήκει, και αναρωτιόμουν αν η ανηψιά μου έχει κρατήσει αυτή τη μαγική αίσθηση, κι ν κι εγώ τελικά την έχασα τη στιγμή που αποδέχτηκα εκπτώσεις στα όνειρα μου, και ήθελα να της πω, μη κάνεις κούκλα μου εκπτώσεις στα όνειρα σου, μη, κανείς ποτέ δε θα έπρεπε να κάνει επτώσεις στα όνειρα του, αλλά όπως είπα, δε το γνωρίζω το παιδί, δε ξέρω τι έχει περάσει, περνάει, θα περάσει, πόσα θαύματα αντέχει ακόμη να κάνει, πόσα θαύματα να θέλει να κάνει, κι εξάλλου, η πρώτη αμαρτωλή των ονειρικών εκπτώσεων δεν είμαι εγώ η ίδια; Ανασύρω όνειρα παλιά, τα ξεσκονίζω και δε μπορώ να αποφασίσω αν θα τα βγάλω από το καλάθι των προσφορών, αν έχω το κουράγιο να τα ξανακρεμάσω σε πρώτη θέα, και τελικά λέω, ότι κάπου εκεί αρχίσαμε να χάνουμε τα νιάτα μας, όταν τα αζήτητα τα βάλαμε στο καλάθι των αζητήτων αντί να διεκδικήσουμε τη πώληση τους.
Σε τροχαίο πριν τέσσερα χρόνια χτύπησε άσχημα και έπεσε σε κώμα. Ποιός ακριβώς τη γάντζωσε στη ζωή, η μάνα της; η ίδια; είναι τόσο καλό παιδί που μερικές φορές σκέφτομαι γαντζώθηκε γιατί δεν άντεχε η ψυχή της να στεναχωρήσει τους γονείς της, κι έτσι, σαν από θαύμα ξύπνησε μετά από εννέα δέκα μήνες. Και συνέχισε τα θαύματα, έμαθε ξανά να περπατάει, έμαθε ξανά να μιλάει, έμαθε ξανά να χρησιμοποιεί τα χέρια της. Δυστυχώς όχι τόσο καλά όσο πριν το ατύχημα. Και μετά είπε να κάνει μερικά ακόμη θαύματα, και για να συνεχίσει να είναι στο σχολείο με τις φίλες της, διάβασε ένα καλοκαίρι και πέρασε τη τάξη που είχε χάσει. Και τελευταία έκανε ακόμη ένα, έδωσε πανελλήνιες (ή πανελαδικές ή όπως αλλιώς τις λένε αυτές τις εκ των ες ες εκπορευόμενες εξετάσεις εισαγωγής στα ελληνικά πανεπιστήμια) και ήρθε σχεδόν πρώτη. Δε ξέρω από πότε είχα να τη δω. Την είδα αυτή την εβδομάδα. Δε γνωρίζω τίποτα για το ποιά είναι πραγματικά. Θα ήθελα, αλλά όσο κι αν μου μίλησε με τόση αγάπη, μα πως μπορεί να είναι τόσο γλυκιά; κάπου νιώθω παρείσακτη στη ζωή της, στη ζωή των δικών της ανθρώπων. Τι να της πω κι εγώ από τη ζωή μου; Ανάμεσα στους γονείς της μια σύγκρουση. Η μητέρα, ορμώμενη ίσως από την ανάγκη της να δει το παιδί της να ξεκουράζεται; ή ίσως να διαισθάνεται ότι το παιδί της έχει ανάγκη από ξεκούραση; ή ίσως να θέλει να τη προστατεύσει από απογοητεύσεις; να θέλει να τη βοηθήσει να αποδεχθεί μια κατάσταση και να προχωρήσει; που να ξέρω, δε τους ξέρω τους ανθρώπους, και ο πατέρας σα να θέλει να τη σπρώξει να το παλέψει λίγο ακόμα, να την αφήσει να κάνει άλλη μια μικρή κατάκτηση μόνη της, για να χτίσει την αυτοπεποίηθηση της; για να μην κάνει εκπτώσεις στα όνειρα της; Τείνω με τον πατέρα, αλλά όπως είπαμε, τι να τους πω κι εγώ από τη ζωή μου; αγγαλιάσανε το θάνατο οικογενειακώς και βγήκανε από τη μάχη νικητές αλλά με βαριά τραύματα. Κι όπως έβλεπα αυτό το θεσπέσιο παιδί, να περπατά σιγά και να επιμένει να περπατά, να μιλάει αργά και να πετάει τις φοβερές ατάκες, να δέχεται αρνήσεις από σχολές που ήθελε λόγω των κινητικών της προβλημάτων και ας είναι η ενσάρκωση του θαύματος, σκεφτόμουν εκείνα τα νιάτα που αναφερόμουνα σε προηγούμενο ποστ, που είχαν αυτήν την αύρα ότι ο κόσμος τους ανήκει, και αναρωτιόμουν αν η ανηψιά μου έχει κρατήσει αυτή τη μαγική αίσθηση, κι ν κι εγώ τελικά την έχασα τη στιγμή που αποδέχτηκα εκπτώσεις στα όνειρα μου, και ήθελα να της πω, μη κάνεις κούκλα μου εκπτώσεις στα όνειρα σου, μη, κανείς ποτέ δε θα έπρεπε να κάνει επτώσεις στα όνειρα του, αλλά όπως είπα, δε το γνωρίζω το παιδί, δε ξέρω τι έχει περάσει, περνάει, θα περάσει, πόσα θαύματα αντέχει ακόμη να κάνει, πόσα θαύματα να θέλει να κάνει, κι εξάλλου, η πρώτη αμαρτωλή των ονειρικών εκπτώσεων δεν είμαι εγώ η ίδια; Ανασύρω όνειρα παλιά, τα ξεσκονίζω και δε μπορώ να αποφασίσω αν θα τα βγάλω από το καλάθι των προσφορών, αν έχω το κουράγιο να τα ξανακρεμάσω σε πρώτη θέα, και τελικά λέω, ότι κάπου εκεί αρχίσαμε να χάνουμε τα νιάτα μας, όταν τα αζήτητα τα βάλαμε στο καλάθι των αζητήτων αντί να διεκδικήσουμε τη πώληση τους.
Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008
Μεγάλο ψέμα κύριε Νίκο
Ο κύριος Πορτοκάλογλου σήμερα στη συναλία του τη γιορτινή στο Ηρώδειο αφιέρωσε το γνωστότατο άσμα στους απανταχού κατατρεγμένους από τη γκαντεμιά
"Γιατί ότι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, οοοοό, πιο ζωντανό, οοοό."
Αμ δε. Δε σε σκοτώνει, αλλά σκοτώνει πολλά μέσα σου σιγά σιγά (την ελπίδα, το κουράγιο, τη πίστη, την γαλήνη κι άλλα, κι άλλααν έχεις όρεξη συμπλήρωσε τα κενά που άφησα) και ναι είσαι ζωντανός, ένας ζωντανός απονεκρωμένος που τσουλάει τα πάντα γύρω του. Που να βρεις κουράγιο κι όλα πάλι από την αρχή. Γιατί όχι, δυστυχώς δεν είναι ρόδα, δε γυρίζει και η ζαριά δε θα σου ρθει. Καλά θα τανε, να χουμε κάτι να ξεχνιομαστε και να αυταπατώμαστε, ή μήπως να αρνιόμαστε τις ευθύνες μας; αλλά δε νομίζω ότι είναι θέμα γκαντεμιάς, είναι θέμα προσωπικών επιλογών, ίσως κάποια στιγμή, αυτό που δε σε σκοτώνει να καταφέρει να σε ξυπνήσει για να αλλάξεις τις επιλογές σου και τότε, χαρωπά να αναφωνήσεις, είδες, έχει ο καιρός γυρίσματα και ήρθε αυτή η τιμημένη πολυαναμενόμενη πολυπροσδωκώμενη άσπρη μέρα και για μας. Δεν έρχεται, τη φέρνεις, και ότι δε σε σκότωσε, άντε δες το σα μάθημα για να μη τρελαθείς από το μάταιον του γεγονότος, αν αυτό σε βολεύει, ή σα πληρωμή που έδωσες προκαταβολικά για να λάβεις δικαιωματικά στο μέλλον, αλλά, ξες πολύ καλά, ότι ήταν απλά και απλούστατα δική σου λανθασμένη επιλογή. Αντέχεται;
Λίγο στις μαύρες μου, ε; Τι λείπει, τι φταίει, και η καρδιά μου κ(λ)αίει, τραγούδησε αργότερα με τη θεική κ. Αρβανιτάκη, και τραγούδησε τη δική μου αλήθεια. Κάποτε χωρίς το λάμδα, πλέον το λάμδα θα μπορούσε να είναι και κεφαλαίο.
Να ανταπαντήσω με κάτι από τους κυρίους κυρίους που τα είπαν όλα;
Γέλα πουλί μου, γέλα και είναι η ζωή μια τρέλα
"Γιατί ότι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, οοοοό, πιο ζωντανό, οοοό."
Αμ δε. Δε σε σκοτώνει, αλλά σκοτώνει πολλά μέσα σου σιγά σιγά (την ελπίδα, το κουράγιο, τη πίστη, την γαλήνη κι άλλα, κι άλλααν έχεις όρεξη συμπλήρωσε τα κενά που άφησα) και ναι είσαι ζωντανός, ένας ζωντανός απονεκρωμένος που τσουλάει τα πάντα γύρω του. Που να βρεις κουράγιο κι όλα πάλι από την αρχή. Γιατί όχι, δυστυχώς δεν είναι ρόδα, δε γυρίζει και η ζαριά δε θα σου ρθει. Καλά θα τανε, να χουμε κάτι να ξεχνιομαστε και να αυταπατώμαστε, ή μήπως να αρνιόμαστε τις ευθύνες μας; αλλά δε νομίζω ότι είναι θέμα γκαντεμιάς, είναι θέμα προσωπικών επιλογών, ίσως κάποια στιγμή, αυτό που δε σε σκοτώνει να καταφέρει να σε ξυπνήσει για να αλλάξεις τις επιλογές σου και τότε, χαρωπά να αναφωνήσεις, είδες, έχει ο καιρός γυρίσματα και ήρθε αυτή η τιμημένη πολυαναμενόμενη πολυπροσδωκώμενη άσπρη μέρα και για μας. Δεν έρχεται, τη φέρνεις, και ότι δε σε σκότωσε, άντε δες το σα μάθημα για να μη τρελαθείς από το μάταιον του γεγονότος, αν αυτό σε βολεύει, ή σα πληρωμή που έδωσες προκαταβολικά για να λάβεις δικαιωματικά στο μέλλον, αλλά, ξες πολύ καλά, ότι ήταν απλά και απλούστατα δική σου λανθασμένη επιλογή. Αντέχεται;
Λίγο στις μαύρες μου, ε; Τι λείπει, τι φταίει, και η καρδιά μου κ(λ)αίει, τραγούδησε αργότερα με τη θεική κ. Αρβανιτάκη, και τραγούδησε τη δική μου αλήθεια. Κάποτε χωρίς το λάμδα, πλέον το λάμδα θα μπορούσε να είναι και κεφαλαίο.
Να ανταπαντήσω με κάτι από τους κυρίους κυρίους που τα είπαν όλα;
Γέλα πουλί μου, γέλα και είναι η ζωή μια τρέλα
Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008
απλά μια σειρά από απώλειες
Ο καλός ο nuwanda με κάλεσε σε μια παρουσίαση βιβλίου (βιβλίων δύο παρακαλώ) και πως και έγινε και ξεκουνήθηκα και πήγα. Και τι καλά που έκανα. Περιέργως ήταν what the doctor ordered, εγώ που τόσο επιζητούσα την επιφάνεια, να κάνω μια μικρή μικρούτσικη βουτίτσα. Ανάγκη των τελευταίων ημερών, και όταν οι περιστάσεις φέρνουν, έμαθα πιά να ακολουθώ και να μη μαλώνω μαζί τους. Μπλα μπλα μπλα, πάμε στα πιο όμορφα.
Παρουσίασαν λοιπόν, με ζέστη και αγάπη δύο βιβλία, τον " Υγρό Χρόνο" της Ελένης Γκίκα (alef) και το maybe του Χρήστου Παπαμιχάλη (moha). Δεν το ήξερα ότι ο κ. Παπαμιχάλης είναι ο ίδιος που ακούω χρόνια τώρα και λατρεύω στον Μελωδία, αυτό κι αν ήταν ευχάριστη έκπληξη.
Φυσικά τη παρουσίαση ακολούθησε συζήτηση, και είπώθηκαν πολλά ωραία και σημαντικά. Κάποια με άγγιξαν κομματάκι περισσότερο και μιας και είμαι ντροπαλή (και καθόμουνα και πίσω πίσω γαλαρία) δε μίλησα εκεί. Λέει σε κάποια στιγμή ο Χρήστος Παπαμιχάλης, αναφερόμενος σε αυτούς που γίνονται κομμάτια, ότι αυτοί που δεν, δεν τον αφορούν. Εγώ πάλι, αυτούς που δε γίνονται κομμάτια τους ζηλεύω. Τους ζηλεύω που κατοικούν στην επιφάνεια και δεν γνωρίζουν κάν την ύπαρξη του βυθού. Τους ζηλεύω για την ευκολία και τη πηγαιότητα της χαράς που αντλούν από τη καθημερινή ρουτίνα. Για το ευκολοικανοποίητο. Για το ότι ίσως να ζητάνε πολλά, ίσως και όχι, αλλά είναι πλήρεις με αυτό που έχουν. Κατάρα και ευλογία ο βυθός ίσως, άμα τον συναντήσεις δε μπορείς να του κρυφτείς. Αλλά για αυτούς που ποτέ δεν τον απαντήσανε, ίσως οι υπόλοιποι που κατοικούμε στο βυθό να τους κοιταζουμε υποτιμητικά, τι να μας πεις κι εσύ από τη ζωή σου ένα πράγμα, που να καταλάβεις, ζωή μισή λέμε. Αλλά δες το αλλιώς, ω, κάτοικε του βάθους. Ζωή μισή; Ποιός θα κρίνει; Και τελικά όταν θα κλείσουμε τα μάτια ποιος θα έχει περισσότερες χαρές να μετρήσει; Και ποιανού η ζωή είναι μισή; Άραγε.
Θυμήθηκα, μια φορά σε ένα θέατρο κάκιστης ποιότητας, εγώ να δυσανασχετώ με τις βωμολοχίες, και να μη περνάω καθόλου, μα καθόλου καλά. Γύρω μου ένα κατάμεστο θέατρο είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Ποιός τελικά έχασε δυό ώρες από τη ζωή του; Ποιός έχει μια λιγότερη χαρά στον απολογισμό του; Οέο;
Αλλά αυτό είναι απλά μια μικρή μου διαφωνία. Ειπώθηκε και κάτι πολύ πολύ σημαντικό. Και δε θέλω επουδενί να μου το πάρει η λήθη.
(Δυστυχώς, δε θυμάμαι το όνομα της κυρίας ψυχολόγου συγγραφέος που το είπε, γιατί γερνάω και το τσερβέλο δε λειτουργεί όπως θα έπρεπε)
Σοφή κουβέντα, πάνσοφη. Και προσοχή όχι λάθη, απώλειες. Πράγματα που τα έχεις και βίαια η ζωή στα πέρνει. Μια ατελείωτη σειρά από μικρούς και μεγάλους θανάτους, ένα συνεχές πένθος. Και μπορείς είτε να πενθείς και να θρηνείς για όλα αυτά που έχασες, ναι βάλε μέσα και τη παιδική ηλικία που οι δυσλειτουργικοί σου γονείς σου έκλεψαν, βάλε μέσα και τους φίλους που σιγά σιγά απομακρύνθηκαν, βάλε μέσα και πολλά άλλα, μπορείς λοιπόν να κάθεσαι να κλαίς για αυτά που φύγαν, ή μπορείς να δεχτείς την αλήθεια της ζωής και να προχωρήσεις στο παρακάτω. Τόσο απλά. Ο γιός μου το κάνει φυσικά και αβίαστα αυτό, αναγνωρίζει την απώλεια, εκφράζει τη δυσαρέσκεια/θυμό/θλίψη και μετά τρία πουλάκια κάθονται και πάμε για άλλα. Ο γιός μου παρεπιπτώντως κατοικεί στην επιφάνεια.
Πόσες φορές πρέπει να το επαναλάβω για να γίνει κτήμα μου άραγε;
Παρουσίασαν λοιπόν, με ζέστη και αγάπη δύο βιβλία, τον " Υγρό Χρόνο" της Ελένης Γκίκα (alef) και το maybe του Χρήστου Παπαμιχάλη (moha). Δεν το ήξερα ότι ο κ. Παπαμιχάλης είναι ο ίδιος που ακούω χρόνια τώρα και λατρεύω στον Μελωδία, αυτό κι αν ήταν ευχάριστη έκπληξη.
Φυσικά τη παρουσίαση ακολούθησε συζήτηση, και είπώθηκαν πολλά ωραία και σημαντικά. Κάποια με άγγιξαν κομματάκι περισσότερο και μιας και είμαι ντροπαλή (και καθόμουνα και πίσω πίσω γαλαρία) δε μίλησα εκεί. Λέει σε κάποια στιγμή ο Χρήστος Παπαμιχάλης, αναφερόμενος σε αυτούς που γίνονται κομμάτια, ότι αυτοί που δεν, δεν τον αφορούν. Εγώ πάλι, αυτούς που δε γίνονται κομμάτια τους ζηλεύω. Τους ζηλεύω που κατοικούν στην επιφάνεια και δεν γνωρίζουν κάν την ύπαρξη του βυθού. Τους ζηλεύω για την ευκολία και τη πηγαιότητα της χαράς που αντλούν από τη καθημερινή ρουτίνα. Για το ευκολοικανοποίητο. Για το ότι ίσως να ζητάνε πολλά, ίσως και όχι, αλλά είναι πλήρεις με αυτό που έχουν. Κατάρα και ευλογία ο βυθός ίσως, άμα τον συναντήσεις δε μπορείς να του κρυφτείς. Αλλά για αυτούς που ποτέ δεν τον απαντήσανε, ίσως οι υπόλοιποι που κατοικούμε στο βυθό να τους κοιταζουμε υποτιμητικά, τι να μας πεις κι εσύ από τη ζωή σου ένα πράγμα, που να καταλάβεις, ζωή μισή λέμε. Αλλά δες το αλλιώς, ω, κάτοικε του βάθους. Ζωή μισή; Ποιός θα κρίνει; Και τελικά όταν θα κλείσουμε τα μάτια ποιος θα έχει περισσότερες χαρές να μετρήσει; Και ποιανού η ζωή είναι μισή; Άραγε.
Θυμήθηκα, μια φορά σε ένα θέατρο κάκιστης ποιότητας, εγώ να δυσανασχετώ με τις βωμολοχίες, και να μη περνάω καθόλου, μα καθόλου καλά. Γύρω μου ένα κατάμεστο θέατρο είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Ποιός τελικά έχασε δυό ώρες από τη ζωή του; Ποιός έχει μια λιγότερη χαρά στον απολογισμό του; Οέο;
Αλλά αυτό είναι απλά μια μικρή μου διαφωνία. Ειπώθηκε και κάτι πολύ πολύ σημαντικό. Και δε θέλω επουδενί να μου το πάρει η λήθη.
(Δυστυχώς, δε θυμάμαι το όνομα της κυρίας ψυχολόγου συγγραφέος που το είπε, γιατί γερνάω και το τσερβέλο δε λειτουργεί όπως θα έπρεπε)
"Η ζωή είναι μια σειρά από απώλειες. Ήρθαμε εδώ για να χάσουμε. Τα νιάτα μας, τους ανθρώπους που αγαπάμε, τις αντοχές μας και στο τελος τον ίδιο μας τον εαυτό. Όσο πιο γρήγορα το αποδεχτούμε αυτό, τόσο πιο κερδισμένοι θα είμαστε, και θα μπορέσουμε να πάρουμε από αυτό μας το δύσκολο ταξίδι πάνω στη γη."(Κάπως έτσι, εδώ δε θυμάμαι το όνομα της, θα θυμηθώ ακριβώς το λόγο;)
Σοφή κουβέντα, πάνσοφη. Και προσοχή όχι λάθη, απώλειες. Πράγματα που τα έχεις και βίαια η ζωή στα πέρνει. Μια ατελείωτη σειρά από μικρούς και μεγάλους θανάτους, ένα συνεχές πένθος. Και μπορείς είτε να πενθείς και να θρηνείς για όλα αυτά που έχασες, ναι βάλε μέσα και τη παιδική ηλικία που οι δυσλειτουργικοί σου γονείς σου έκλεψαν, βάλε μέσα και τους φίλους που σιγά σιγά απομακρύνθηκαν, βάλε μέσα και πολλά άλλα, μπορείς λοιπόν να κάθεσαι να κλαίς για αυτά που φύγαν, ή μπορείς να δεχτείς την αλήθεια της ζωής και να προχωρήσεις στο παρακάτω. Τόσο απλά. Ο γιός μου το κάνει φυσικά και αβίαστα αυτό, αναγνωρίζει την απώλεια, εκφράζει τη δυσαρέσκεια/θυμό/θλίψη και μετά τρία πουλάκια κάθονται και πάμε για άλλα. Ο γιός μου παρεπιπτώντως κατοικεί στην επιφάνεια.
Πόσες φορές πρέπει να το επαναλάβω για να γίνει κτήμα μου άραγε;
Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
Ιούλιος. Δε το πιστεύω. Πως καβατζάρω έτσι τους μήνες. Πως από αναβολή σε αναβολή περνάνε οι μέρες μου κι εγώ είμαι ακόμη κάπου στην αρχή της ανοιξης κι ας έχει μπει φουριόζικο το καλοκαίρι. Μη με παρεξηγείτε, καλοκαιρινά πράγματα κάνω, όχι ανοιξιάτικα. Μπανάκι μανάκι και ηλιοκαμένη ήδη. Απλώς τα κάνω ερήμην μου. Λέω ότι τσουλάω τις μέρες, ή μήπως με τσουλάνε αυτές, και μαζεύω εμπειρίες, ουουουου ένα σωρώ, με το πέρας του χρόνου έρχεται η ωριμότης και άλλα πολλά. Ερήμην μου όμως. Έβλεπα μια ταινία, δε θυμάμαι πιά, ή μήπως ήταν σε κάποια καφετέρεια που παρατηρούσα κάτι νεαρά παιδιά; Δεν έχει σημασία, απλά είδα όλα αυτά τα νιάτα τα φουριόζικα, να σκύβουν τσαχπίνικα το κεφάλι και να σιγοψυθιρίζουν στις φιλενάδες του, και να γελάνε γαργαριστά, να περπατάνε με ένα βήμα, όχι απλά ελαφρύ, ένα βήμα που είχε μέσα του ζωή, καταλαβαίνεις τι εννοώ; και με θυμήθηκα πως ήμουν τότε, αχ, λέω, κάποτε κι εγώ περπατούσα έτσι, σιγοψυθίριζα έτσι, έριχνα τέτοια βλέμματα στο γκόμενο που ήταν πιο κει. Έτσι, βιώνοντας αυτό το μαγικό "όλα είναι δυνατά". Ο κόσμος μου ανήκε και τα όνειρα ήταν ότι ήθελα γιατί δεν υπήρχε τίποτα που δε μπορούσα να αποκτήσω. Ούτε που θα μου πέρναγε ποτέ από το μυαλό ότι κάτι που ήθελα μπορεί και να μην το αποκτούσα. Είκοσι χρόνια μετά, ακόμη πιστεύω ότι όλα είναι δυνατά. Δυστυχώς είμαι πολύ δυνατή βρίσκομαι να λέω και το εννοώ, ναι, όλα δικά μου αν το θελήσω αλλά γιατί να το κάνω αυτό; Απλά δεν έχω τη διάθεση, τη θέληση ή το κουράγιο να τα αποκτήσω. Ή δε βρίσκω και το λόγο. Τόσο απλά. You know what I mean? Και το χειρότερο; αν εξαιρέσεις τις στιγμές που βλέπω τα νιάτα και η σκέψη μένει λίγο πιο έντονα μέσα μου, όλες τις άλλες τις στιγμές δε μου καίγεται καρφί για όλα αυτά. Ακόμη κι αν αυτοί που είμασταν δε μίναμε, ακόμη κι αν αυτοί που θέλαμε δε γίναμε, είμαστε ακόμη εδώ. So fucking what? Καρφάκι δε μου καίγεται.
(Α ρε κατσιμιχαίοι όλα τα είπατε, απλά εμείς δε τα καταλάβαμε όλα)
(Α ρε κατσιμιχαίοι όλα τα είπατε, απλά εμείς δε τα καταλάβαμε όλα)
Κυριακή, Απριλίου 13, 2008
έτσι για να πω ότι μίλησα...
Βυθισμένη μέσα στη γαλήνια ασφάλεια της επαναλαμβανόμενης ρουτίνας. Τίποτα δικό μου δε χωράει εκεί μέσα. Επιμελώς αποφεύγουμε τα δικά μας. Δουλειά, σπίτι, παιδί, τετριμένα. Και πολύ γέλιο. Πίσω πάλι στο χαζό παιδί χαρά γεμάτο. Άλλως, σαχλοκούδουνο. Ναι είμαι και αυτό. Καλά είναι. Επιφάνεια που τόσο επιζήτησα επιτέλους εδώ. Βυθισμένη στη γαλήνια ασφάλεια της ανυπαρξίας. Όχι για πολύ, οσο να ξεκουραστώ. Μόνο που ξεκουράζμαι και ξεκουρασμό δεν έχω. Άμα με άφηνες θα κοιμώμουνα θαρρώ για πάντα. Ευτυχώς δε γίνεται και έτσι τσουλάω τη ζωή. Τη ζωή που τελικά είναι αυτό που μας συμβαίνει όσο κάνουμε όνειρα και σχέδια, αυτό που μας έρχεται, το άπροοπτο ή το βαρετό, η γκαντεμιά ή το τυχερό, όσο κλαίμε τη μοίρα μας ή πετάμε από χαρά νομίζωντας ότι τα έχουμε όλα. Δεν έχω παράπονο, όσο περίμενα να ζήσω σε κάποια στιγμή μαγική που θα έλυνα τα προβλήματα μου και όλα κατά κάποιο παράξενο τρόπο θα κούμπωναν και θα μου αποκαλυπτότανε το "σχέδιο", όσο λοιπόν εγώ ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής της ζωής μου αυταπατώμαι ότι απλά σχεδιάζω, άντε στο τσακίρ κέφι να κάνω και καμιά πρόβα τζενεράλε, ερήμην μου, η ζωή συμβαίνει. Και μια χαρά συμβαίνει. Ποικιλόμορφη και απελπιστικά όμοια. Όλα μαζί.
Χα! Κι εκεί που πήγα να μπω στις μαύρες μου, στο ραδιόφωνο, η μουσική από το Grease. Να το καλέ το νόημα της ζωής, η Ολίβια ντυμένη στα μαύρα τα δερμάτινα να τραβάει από τη γραβάτα το Τζωνάκι ντυμένο φυτό. Αθάνατη σκηνή, και το κέφι μου φτιάχνει. Όνειρα γλυκά μας.
Χα! Κι εκεί που πήγα να μπω στις μαύρες μου, στο ραδιόφωνο, η μουσική από το Grease. Να το καλέ το νόημα της ζωής, η Ολίβια ντυμένη στα μαύρα τα δερμάτινα να τραβάει από τη γραβάτα το Τζωνάκι ντυμένο φυτό. Αθάνατη σκηνή, και το κέφι μου φτιάχνει. Όνειρα γλυκά μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)