Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2008

Καλή χρονιά!

Χάθηκα, και μάλλον χαμένη θα μείνω
οι ιντερνετικές βόλτες είναι αναμνήσεις του παρελθόντος, και δε μου λείπουν
Μου λείπουν τα ιντερνετικά μου κορίτσια, αλλά νομίζω θα βρούμε την άκρη για επικοινωνία και εκτός, με ακούτε;
η ζωή τσουλά κι εγώ μαζί της, φέρνει καινούργια, αντικαθιστά, μεταμορφώνει, και εγώ μαζί της, μεταμορφώνομαι, προχωρώ, πορεύομαι.
Το "finish" της χρονιάς έγινε σε μια παραζάλη.
Μετά από χρόνια αντίστασης στα φάρμακα, λύγισα, και έγινα πιά μια χαπακωμένη, και αν και δεν έγιανα, και ούτε νομίζω πρόκειται σύντομα, κέρδισα δύο σπουδαία πράγματα.
Πρώτα, το να τα βλέπω όλα λιγουλάκι λιγότερο έντονα. Δεν είναι η ζωή γεμάτη από βουνά και χαράδρες πλέον, αλλά από λοφίσκους και λακούβες. Μεγάλη ηρεμία αυτή. Δε λαχανιάζεις το ίδιο σε βουνό και το ίδιο σε λόφο. Δε σου κόβεται η ανάσα το ίδιο στη χαράδρα και το ίδιο στη λακούβα.
Και το σπουδαιότερο, βρήκα ξανά την αυτοσυγκέντρωση μου. Το μυαλό σπάνια χάνεται πιά σε λαβυρίνθους, μπορώ να εστιάσω σε ότι επιλέξω. Όχι με την ευκολία των εικοσι χρόνων μου, αλλά τουλάχιστον το επιτυχγάνω. Κι έτσι άρχισα να συνεφέρνω τη δουλειά, άρχισα να μπορώ να ξαναδιαβάσω, άρχισα να μπορώ να μείνω στη στιγμή που περνάω με τους δικούς μου. Σα να μου δόθηκε η ζωή μου πίσω ήταν αυτό.
Κι έτσι, βρήκα την ευκαιρία να κάνω και κάποια πράγματα που πάντα ήθελα.
Κάθισα η τρελή και διάβασα κι έδωσα κατατακτήριες στη πάντειο. Ακόμη δεν έχουν βγει τα αποτελέσματα αλλά fingers crossed. Κι έκανα και κάτι άλλο που ήθελα από καιρό και δυστυχώς δε μπορώ να το γράψω. Και ναι, την είδα "μελωδία της ευτυχίας" που λέει και η αλκυόνη, και το καταευχαριστήθηκα, να ψήνω μελομακάρονα κουραμπιέδες και αμυγδαλωτα, και να κάνω τραπέζια.

Δεν είμαι καλά, είμαι καλύτερα όμως, και όχι, λέω να μη βάλω νέους στόχους για το 2008. Μόνο να κρατήσω τα κεκτημένα και ότι άλλο προκύψει. Συνήθως οι στόχοι έρχονται στη πορεία εξάλλου. Θα αφήσω τη διαδρομή να μου τους φανερώσει.

Καλή χρονιά να έχουμε
με χαρά, ηρεμία για αυτούς που τη θέλουν, και ένταση για τους υπόλοιπους, και γενικά ο καθείς μας με ότι ποθεί και του ταιριάζει

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

ασυνδετα

Μάτια μπλέ, σκοτεινά. Σε κοιτάζουν κι από τη στιγμή εκείνη, του πρώτου βλέμματος, άλλιωτικα δε μπορείς να δεις τον εαυτό σου. Αλλιώτικα δε θες να δεις τον εαυτό σου. Αλλιώτικα δεν υπάρχει πιά. Μόνο εκείνο το βλέμμα. Κάθε καθρέπτης αυτά τα μάτια. Κάθε βλέμμα αυτή η αναζήτηση. Κάθε βλέμμα μια μικρή απογοήτευση, ένας μικρός θάνατος, ο θάνατος της προσδοκίας που θα μένει εσαεί ανεκπλήρωτη, γιατί μόνο εκείνα τα σκοτεινά, μπλε μάτια μπορούν να την εκπληρώσουν. Εκπλήρωση που δε τη θέλεις, εκπλήρωση που τη φοβάσαι, που δε την αντέχεις. Εκπλήρωση βγαλμένη μέσα από το χειρότερο εφιάλτη, εφιάλτη που τον έζησες, δεν τον είδες κοιμώμενη, εφιαλτης με σάρκα και οστά, που θα έκανες τα πάντα για να τον αποφύγεις, κι όμως θέλεις και να τον ξαναζήσεις. Να εκπληρώσεις, το όνειρο, τον εφιαλτη, να ξαναπάρεις τη μορφή που βλέπουν τα σκοτεινά μπλε μάτια. Σα να σκέφτεσαι, να δω τον εαυτό μου πάλι έτσι και τι, δεν ξέρω τι, τίποτα. Ανάθεμα.
Κάθρεπτη καθρεπτάκη μου ποιά είναι η...
Ερώτηση ατελειωτη, απαντημένη πριν καν τεθεί, κάθε φορά από τα μάτια που με καθρεπτίζουν. Κάθε φορά η απάντηση άλλη, μα καμιά απάντηση δε μου κάνει, καμιά δε ταιριάζει, σε καμιά δεν με αναγνωρίζω, μόνο σε εκείνη του μπλε σκοτεινού βλέμματος. Ανάθεμα. Κάποτε είχα καθρεπτιστεί σε ένα καστανό γλυκό μελένιο βλέμμα, και εκεί με είχα αναγνωρίσει. Τώρα, πάλι σε μελένια μάτια το βλέπω εκείνο το κορίτσι, αλλά δεν το αναγνωρίζω πιά. Επιμένω να αναζητώ το μπλε ξένο κορίτσι. Ανάθεμα.



Ξέρεις σκέφτομαι φορές, ναι, ναι, το κάνω και αυτό, το να σκέφτομαι, ότι από όσα έχω ζήσει, έχω τελικά μάθει πολύ λίγα πράγματα, και συμπέρασμα δε βγάζω. Μια η ζωή έχει όλα τα καλά, μια αισθάνομαι τυχερή, και μια δε βλέπω το νόημα σε όλο αυτό το πήγαινε έλα, και τα συναφή. Μια βλέπω το νόημα στους ανθρώπους, και την αγάπη κι άλλα τέτοια τρυφερά, και μετά όλα αυτά τα καταρίπτω. Μια, άντε να περνάμε καλά, μια, και που είπαμε κι ένα τραγούδι και γελάσαμε τι έγινε δηλαδή; Μια όλα είναι τυχαία, μια, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Παραπέω, πάντα, και όσο κι αν παρατηρώ, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αμπελοφιλοσοφώ. Και μια να ζω, μια να ψευτοζώ. Μια να καταλαβαίνω, μια να μην. Και τελικά τι μου μένει από όλο αυτό το συφερτό που έζησα 35 και χρόνια και είμαι καταδικασμένη να ζώ για άλλα τόσα; Και πότε είμαι καλά; Εκεί το ζουμί. Καλά είμαι όταν πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι καλοί και νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Όταν μπορώ να πω, "μα αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι". Και όταν αυτό δε το πιστεύω, άστα να πάνε.
Αυτά!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2007

Χαρίζεται ενταύθα

χρηστικό αντικείμενο, ελαφρώς μεταχειρισμένο, αλλά σε άριστη κατάσταση και πλήρους λειτουργίας.



"Το πρόβλημα είναι ότι όταν υποφέρουμε από κατάθλιψη αισθανόμαστε ότι τίποτε δεν μπορεί να μας παρηγορήσει. Ακόμη και όταν γνωρίζουμε τι είναι αυτό που θα μπορούσε να ανεβάσει τη διάθεσή μας, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Η γνώση από μόνη της δεν μπορεί να μας ελευθερώσει. Ξέρουμε αλλά δεν μπορούμε. Οι συμβουλές που μας δίνουν τα αγαπημένα μας άτομα είναι περιττές και μάταιες. Ακόμη και όταν συμφωνούμε μαζί τους ότι όλα όσα μας προτείνουν θα μπορούσαν πράγματι να μας φτιάξουν τη διάθεση νιώθουμε ότι μας είναι αδύνατον να κάνουμε κάτι που θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Αυτό που νιώθουμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι η αδυναμία μας να επιθυμήσουμε κάτι, να εμπνευσθούμε από κάτι, να ενδιαφερθούμε για κάτι. Σαν να έχει αρρωστήσει μέσα μας ο ψυχικός μηχανισμός που μας βοηθά να δημιουργούμε δεσμούς νοήματος με την πραγματικότητα. Έχει διαταραχθεί η ικανότητά μας να επιθυμούμε και να προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας. Γνωρίζουμε τι είναι αυτό που θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει αλλά δεν νιώθουμε να μας ενδιαφέρει. Γνωρίζουμε τι είναι αυτό που θα έπρεπε να μας αρέσει αλλά δεν μας αρέσει. Γνωρίζουμε τι είναι αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε. Γνωρίζουμε τι είναι αυτό που οι άλλοι θέλουν από εμάς αλλά δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε. Και δεν μπορούμε ούτε να ελπίσουμε ότι σε λίγο καιρό θα νιώθουμε καλύτερα. Έχουμε χάσει την ελπίδα ή καλύτερα η ελπίδα έπαψε να λειτουργεί μέσα μας. Η κατάθλιψη δεν επιτρέπει στην παρούσα φάση της ζωής μας να ελπίζουμε. Δεν υπάρχει μέσα μας η ελπίδα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει την θεραπευτική αλλαγή. Ακριβώς επειδή έχει διαταραχθεί η ικανότητά μας να επιδιώκουμε αυτό που είναι ωφέλιμο για εμάς και για τους άλλους νιώθουμε ενοχές και κατηγορούμε τον εαυτό μας για όσα δεν μπορούμε να καταφέρουμε. Είμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στην αδυναμία και την ενοχή. Νιώθουμε κατώτεροι, μειωμένοι, ανάξιοι, άχρηστοι. "


Δεν έχω πουθενά αλλού διαβάσει καλύτερη περιγραφή των συναισθημάτων που βιώνω από αυτήν του κ. Νικήτα Καυκιού που έκλεψα από εδώ. Δεν ήξερα τι να πρωτουπογραμίσω από τις αλήθειες που λέει.

Και η λύτρωση που είναι; Μέσα μας φυσικά, το πρεσβεύω πάντα αυτό, αλλά έχω κουραστεί τόσο πια, που δε μπορώ ούτε σε αυτήν τη πίστη να αγκιστρωθω. Ένα χαλασμένο ανταλλακτικό, το κεφάλι χρήζον γενικού δεξαμενισμού και πέταμα. Όμως, δε μπορούμε να τη πετάξουμε την αλκιμιδούλα, και αυτή τόσο έχει κουραστεί. Κι έτσι εγώ εγκαταλείπω, δε πειράζει, ας μη βρούμε την ουσία, την αιτία, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να φτιάξουμε το χαλασμένο ανταλλακτικό. Χάπια λοιπόν για την αλλεργία που ξαφνικά και χωρίς λόγο (?) εμφανίστηκε από το πουθενά, χάπια και για τη κατάθλιψη. Αντιμετωπίζουμε τα συμπτώματα, αφήνουμε τη σαπίλα ατόφια να βρωμίζει τα εντός. Τι μας νοιάζει για τα εντός έτσι κι αλλιώς, δε φαίνονται, άρα μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχουν, δεν ενοχλούν άλλον από τον φέροντα, και ποιός τον χέζει τον φέροντα; Εμπρός λοιπόν να γίνω και πάλι χρηστικό αντικείμενο, ελαφρώς μεταχειρισμένο, αλλά σε άριστη κατάσταση και πλήρους λειτουργίας.


Τιμή δωρεάν
όσο ακριβώς αξίζει

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ένα μικρό θαύμα καθημερινού ανθρώπου

Θέλω να μοιραστώ ένα θαύμα. Μια γνωστή μου έκανε το πρώτο της παιδί. Θα μου πεις και που το είδες το θαύμα ορέ; Θα σου πω. Η γνωστή μου αυτή είναι παντρεμένη πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Δε ξέρω πόσο χρονών είναι, αλλά έχει καβατζάρει τα σαράντα εδώ και αρκετό καιρό. Εγώ τη ξέρω τέσσερα χρόνια μόνο. Την γνώρισα πολύ δυστυχισμένη. Λατρεύει τον άντρα της. Ήταν μεγάλος έρωτας η γνωριμία τους και όταν αποφασίσανε να μοιραστούν τη ζωής τους άφησε την Αθήνα, τους φίλους, την οικογένεια, τις ελπίδες για καριέρα και τον ακολούθησε σε μια επαρχιακή πόλη. Εκεί, οπού ο άντρας της είναι κάποιος και δεν επιτρέπεται η γυναίκα του να δουλεύει. Εκεί που έχτισε από την αρχή φιλίες, σε μια μικρή κοινωνία, που πρέπει να προσέχει τα βήματα της και να κάνει αυτό που είναι πρέπον. Τίποτα κακό με όλο αυτό. Το αναφέρω γιατί οι διέξοδοι της είναι ελάχιστες. Πέρα από τη σχέση της με τον άντρα της που είναι πολύ καλή οι άλλες διέξοδοι τολμώ να πω ανύπαρκτες. Το πλάνο και όνειρο της ήταν να κάνουν μεγάλη οικογένεια και να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Δυστυχώς όμως εμείς κάνουμε σχέδια και ο Θεός γελάει. Δεν έμενε έγκυος με τίποτα. Τραβήχτηκε χρόνια με τις θεραπείες και τις εξωσωματικές. Χωρίς τίποτα άλλο στη ζωή της, πέρα από το γάμο της να της δίνει τη ψευδαίσθηση ότι κάπου πάει. Κάποια στιγμή εγκατέλειψε τις προσπάθειες. Εκεί κάπου τη γνώρισα εγώ. Με το όνειρο της οικογένειας εγκαταλελειμμένο, γνώρισα έναν άνθρωπο συγκαλυμμένα δυστυχισμένο.
Και ως εκ του θαύματος, τώρα είναι μαμά. Από το πουθενά. Και αν ο Θεός κάποια στιγμή γέλασε, τώρα γελάει αυτή, τελευταία και καλύτερα.
Να ναι καλά, και να της ζήσει. Είναι ένα πολύ τυχερό μωρό. Ειλικρινά.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2007

lets pretend

Σύννεφο βαρύ έρχεται. Κάνω να πάρω βαθιά ανάσα, να φυσήξω όπως φύσηξα κι έσβησα τα κεράκια της τούρτας, να το διώξω, να το διαλύσω, και η ανάσα μένει μέσα μου, γεμίζει τη κοιλιά, τα σπλάχνα, με την υπόσχεση της του τι θα μπορούσε να κάνει για μένα, ανεκπλήρωτη, αλλά μαζί μου, πάντα μαζί μου, η ανάσα σύντροφος που με περιγελλά και διασκεδάζει μαζί μου, με τις αδυναμίες μου, με τα θέλω μου. Να το το σύνεφο, εκεί δε μπορείς να το διώξεις, δε μπορείς να παίζεις κρυφτό άλλο μαζί του, το σκοτάδι στα μάτια εκεί, όχι επειδή φοράς γυαλιά ηλίου, αλλά γιατί ο ήλιος παίζει κρυφτό από εσένα, και αυτος μόνο θα αποφασίσει αν και πότε θα σε ξαναφωτίσει. Λέω να βάλω φτερά, σαν τον Ίκαρο ένα πράγμα, και να πάω να τον συναντήσω, αλλά φοβάμαι, φοβάμαι τη θέρμη του, φοβάμαι το φως του κυρίως, το φως είναι που με τρομάζει. Αυτό το καθαρό ανεμπόδιστο φως, που καθαρά ανεμπόδιστα τα ξεγυμνώνει όλα, τα αποκαλύπτει και τίποτα δε μένει στη σκιά να μπορείς να το δεις κι έτσι κι αλλιώς και όπως αντέχεις. Να κλείσω μάτια ίσως; Να καμωθώ ότι έχει φως, και είναι το φως άπλετο, καθάριο, το γεννάει το δικό μου βλέμμα και αποκαλύπτει μόνο αυτά που εγώ του επιτρέπω. Επιλεκτικός φωτισμός αυτών που αντέχω. Και τα μάτια ερμειτικά κλειστά. Και το στόμα ερμειτικά κλειστό. Μη τυχόν και του ξεφύγει η ανάσα και διώξει το σύννεφο! Γελοία; Ναι. Εγκατάλειψη; φυσικά! μόνο έτσι ξέρω να προχωρώ. Υπάρχει κι άλλος τρόπος. Να μου δώσω μια γερή μπουνιά στα μάτια, να πρειστούν, και να μη μπορούν να ανοίξουν. Να μην την έχω την επιλογή γιατί μπορεί και να ενδώσω και τελευταίως δε με εμπιστεύομαι καθόλου. Κάτσε, να ανάψω κι άλλο ένα τσιγάρο, αποδυναμώνει τις ανάσες.

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Η δική μας επανάσταση

ή η ελπίδα είναι σαν τις γάτες, εφτάψυχη!

Μια ακολουθία γεγονότων, ίσως τυχαία, ίσως ο τρόπος του σύμπαντος να με διδάξει αυτό που έχω ανάγκη. Δεν έχει σημασία. Δεν έχει σημασία αν το μάθημα είναι το σωστό, αν εγώ το έπιασα, αν τελικά είναι όλα ψευδαισθήσεις του μυαλού, μηχανισμοί επιβίωσης για να μπορέσουμε να αντέξουμε σε αυτό τον κόσμο.

Πριν ένα μήνα εντελώς τυχαία, δε ξέρω γιατί, μου ήρθε να πάω στο site toy Dan Millman. Είχα καιρό να το επισκεφτώ, είχα καιρό να σκεφτώ τα βιβλία του, του είχα γράψει όταν γεννήθηκε ο Ιάσωνας αν έχει σκοπό να γράψει κάτι για γονείς, αφού και ο ίδιος είναι γονιός. Μου είχε κάνει τη τιμή να μου απαντήσει, ότι όχι άμεσα αλλά ίσως κάποια στιγμή. Προβλήματα με τον Ιάσωνα με έκαναν να θυμηθώ αυτήν τη συναλλαγή και να επισκεφτώ το site. Και πέφτω πάνω στην ενημέρωση, έκτακτο σεμινάριο, στην Αθήνα, σε τρεις μέρες. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Και φυσικά πήγα.
Μέσα στα πολλά που είπε, και την έμπνευση που έχει το χάρισμα να δίνει, και τη γλυκύτητα που αναδίδει, μίλησε για την αξία της προσφοράς, και τη σημασία που έχει να επιτρέπουμε στους άλλους να μας προσφέρουν. Πόσο σημαντικό είναι να δίνουμε και πόσο καλά νιώθουμε. Και πόσο σημαντικό είναι να κάνουμε αυτό το δώρο και στους άλλους, να τους δίνουμε τη χαρά να κάνουνε κάτι για μας. Τα λόγια του πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Είχα άλλα να εστιάσω και να σκεφτώ. Μερικές μέρες μετά, δύο κυρίες, κάτω από το σπίτι μου, μου ζητάνε πληροφορίες για να πάνε κάπου, σχετικά μακριά και ταξί στη περιοχή μου λιγοστά. Τους λέω, μισό λεπτάκι να φέρω το αυτοκίνητο, θα σας πάω εγώ. Μέχρι να κατέβω είχανε φύγει. Και αυτό το γεγονός πέρασε και δεν ακούμπησε. Δυό εβδομάδες αργότερα, θα πηγαίναμε σε σεμινάριο στην Αίγινα. Η καλή μου φίλη προσφέρθηκε να περάσει να με πάρει γιατί ήμουνα πιεσμένη χρονικά. Μη θέλοντας να της γίνω βάρος, που να κάνει τώρα κύκλους στην Αθήνα, αρνήθηκα και είπα ότι θα πάω μέχρι το σπίτι της για να φύγουμε από εκεί. Φυσικά άργησα, αγχώθηκα, παραλίγο να χάσουμε το καράβι. Αυτή ήρεμη και χαλαρή να λέει δεν έγινε και τίποτα θα πάρουμε το επόμενο, εγώ μέσα στις τύψεις. Και αυτό το γεγονός δεν το έπιασα.
Και μετά στο σεμινάριο, για γονείς αυτήν τη φορά, αφού μιλήσαμε για τη συνεργασία και τις αρχές και άλλα τέτοια, μας μίλησε και για το πρότυπο της προσφοράς που πρέπει να δίνουμε στα παιδιά μας. Γιατί το να προσφέρεις σε κάνει να αισθάνεσαι πιο γεμάτος, ότι κάτι δίνεις σε αυτό τον κόσμο και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και όρισε τη προσφορά, όχι κάνω αυτό που μου ζητάς (και αυτό είναι σημαντικό να γίνεται) αλλά αναγνωρίζω μια ανάγκη και την ικανοποιώ. Και αυτό πέρασε και δεν ακούμπησε. Είπαμε, αλλού το μυαλό εστιασμένο, άλλα πράγματα να ασχοληθει. Και είμαι στις μαύρες μου, γιατί ένα ταξίδι στην Αγγλία δεν ήταν όπως το φαντάστηκα, γιατί οι καβγάδες συνεχίζονται, γιατί τα προβλήματα με τον Ιάσωνα συνεχίζονται, κι εγώ τόσο μα τόσο άχρηστη, που να σκεφτώ άλλα. Σε συζήτηση με συνάδελφο, οικτίρουμε πάλι τη κατάσταση στην Ελλάδα, τη λαμογιά, τον ωχαδερφισμό, κτλ. κτλ. Αναφέρω, στο ταξίδι μου στην Αγγλία, που κάπου δεν είχα την εξυπερέτηση που έπρεπε, πως παραπονέθηκα. Πως εγώ στην Αγγλία ήμουν ένας άλλος άνθρωπος από ότι εδώ, πως δεν αφήνω το στραβό να περάσει, και εν τέλει βοηθώ τη χώρα να είναι καλύτερη. Κι αυτή η κουβέντα πέρασε και δεν ακούμπησε. Έχω μαύρο σύννεφο βαρύ και με πλακώνει και όλα τα άλλα τα προσπερνώ. Και ανεβάζω το τελευταίο ποστ, μαύρο φυσικά. Και η λεμονιά πάλι (αχ βρε λεμονιά πόσες φορές θα με ξυπνήσεις, ε;) σε σχόλιο της μου αναφέρει το μπανεράκι για τους δρόμους ζωής. Θυμήθηκα ότι πλησιάζουν Χριστούγεννα, θυμήθηκα στην Αγγλία που η δουλειά μας συνεργαζότανε με μια φιλανθρωπική οργάνωση για παιδιά όχι τόσο τυχερά, και τα Χριστούγεννα οι υπάλληλοι αγοράζαμε ο καθένας από ένα δώρο για ένα από τα παιδιά, έτσι ώστε να έχουν κάτι να ανοίξουν τα Χριστούγεννα. Θυμήθηκα πόσο μου άρεσε αυτό και λυπήθηκα που δε μπορώ να το κάνω πια. Εκεί κλίκαρα. Συνειδητοποίησα ότι δίνοντας μας την ευκαιρία να κάνουμε κάτι καλό μας κάνανε ένα πολύ μεγάλο δώρο. Συνειδητοποίησα ότι μη θέλοντας να γίνω βάρος στη φιλενάδα μου της στερούσα μια χαρά. Συνειδητοποίησα όμως και το πιο σημαντικό, το λέμε συνέχεια αλλά τελικά πόσο συχνά το εφαρμόζουμε; Από εμάς ξεκινάνε όλα. Αν όχι εμείς ποιός; Δεν αρκεί να παραπονιόμαστε και να απογοητευόμαστε. Μπορούμε να κάνουμε διαφορά. Και τι έγινε που δε διοργανώνει κάποιος στη δουλειά αυτό το απλό με τα Χριστουγεννιάτικα δώρα. Θα το κάνω εγώ. Και τι έγινε που από παντού βαλόμαστε να καταπατάμε τις αρχές μας. Μόνο εμείς μπορούμε να τις υποστηρίξουμε και να αντισταθούμε. Ας αρνηθούμε να επωφεληθούμε κάπου που μας προσφέρεται η παγαποντιά. Ας μη πάρουμε τη σειρά του άλλου. Ας μη δηλώσουμε ψεύτικη διεύθυνση για να έχουμε τα προνόμια του δίπλα δήμου. Ας μην πληρώσουμε κάποιο δημόσιο υπάλληλο για να διευθετύσει το ζήτημα μας πιο γρήγορα. Ας, πολλ΄ας που μπορούμε να κάνουμε. ΟΚ θα χάσουμε λίγο χρήμα, χρόνο, οτιδήποτε. Αλλά αξίζει για την αποφυγή της ταλαιπωρίας της στιγμής να καταστρέφουμε το κόσμο μας; το μέλλον μας; Ναι είναι δύσκολο να κάνεις την υπέρβαση και συνειδητά να είσα ο βλάκας της υπόθεσης σε έναν κόσμο που όλοι κοιτάνε πως να στην φέρουν αλλά τελικά πειράζει να είμαστε βλάκες; Όταν η συνείδηση κοιμάται ήσυχη τι άλλο μπορεί να υπερτερήσει. Και πραγματικά το πιστεύω, όταν βγάλουμε τη μαγκιά από τη ζωή μας, και συγχρόνως κοιτάξουμε γύρω μας, και δούμε ανθρώπους, και αναγνωρίσουμε ανάγκες που ίσως εύκολα μπορούμε να ικανοποιήσουμε, και το κάνουμε αυτό, τότε πραγματικά θα έχουμε επαναστατήσει. Οπότε μιας και έρχονται Χριστούγεννα, και η αλλαγή του χρόνου, ευκαιρία είναι, και να θυμηθούμε την ανθρωπιά μας και να εξασκηθούμε στις αποφάσεις της νέας χρονιάς. Και ίσως μεθαύριο να ξυπνήσουμε σε ένα πιο ανθρώπινο κόσμο.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Και όταν πια πεθάνει και αυτή, τι μένει; Θα πρεπε να μπορούσα να σου πω αλλά πραγματικά δε ξέρω. Κενό; Θλίψη; Εγώ νεκρή; Αυτά σίγουρα. Πείσμα; Ίσως. Όχι και το πείσμα κομμάτι της ελπίδας είναι. Σκέφτομαι πριν έναμιση χρόνο, υπέφερα, διπλωνόμουν από το πόνο, αλλά δεν έκλαιγα. Βουβό σπαραγμό το έλεγα. Δεν ήξερα για τι σπάραζα. Ούτε ξέρω. Κάποια στιγμή, άρχισα και πάλι να κλαίω, άρχισαν και πάλι να μου μιλάνε τα τραγούδια. Σημάδι πρόοδου ήταν, και χάρηκα. Κάπου πήγαινα αισθανόμουν. Και είχα πείσμα, πείσμα να βρώ τι ήταν αυτό που μου φταιγε, πείσμα να το γιάνω, να το διώξω, να ξαναβρώ τη χαρά μου, και είχα πίστη, η ζωή είναι απλή και ωραία έλεγα, και το πίστευα. Τώρα, θλίψη, απέραντη θλίψη. Και οι κρουνοί που με τόση ανακούφιση τους είχα ανοίξει, τώρα δε λένε να κλείσουν. Η παραμικρή σκέψη, άκουσμα, τραγούδι, εικόνα, ανοίγει τους καταράκτες. Προσπαθώ να με παρηγορήσω. Σώπα καλό μου, σώπα. Αδυνατώ. Η εικόνα του Ιάσωνα μαχαιριά, η μάνα που δε μπορώ να είμαι, που δε θέλω πια να είμαι, που δε με νοιάζει πιά να είμαι. Cannot be bothered. Η αγκαλιά του καλού μου μαχαιριά, η αγάπη που πληγώνουμε, η κοινή ζωή που δεν, ο συνεχής αλληλοσπαραγμός. Δε με νοιάζει, δε με κόφτει. Όχι με κόφτει, με κόφτει και με παρακόφτει, σκέφτομαι και σπαράζω. Παραίτηση, αυτό νιώθω στο πετσί μου και σπαράζω. Δε θέλω να παραιτηθώ, και όμως να μαι, μέσα στη δίνη της, αυτό που ποτέ δε πίστευα. Να νεκρώσω μέσα μου σκέφτομαι, να μην αισθάνομαι. Άλλη μαχαιριά. Δε το θέλω. Δεν είναι αυτό πυ φαντάστηκα. Και τι φαντάστηκα δηλαδή. Ούτε αυτό το ξέρω. Ψάξε, ψάξε, αναζήτησε να βρεις κάποιον που να σε αγαπά, που να το νιώθεις στο πετσί σου, κενό, άλλη μαχαιριά. Έχω άνθρωπο τραγουδά η Νέγκα, και εμείς που δεν; Αν υποθέσουμε ότι τα στάδια του πένθους ειναι, άρνηση, θυμός, θλίψη, αποδοχή, θα μπορούσα με βεβαιώτητα να πω ότι πλέον διανύω το στάδιο της θλίψης. Μήνες τώρα. Και τότε ποιά ήταν η φάση της άρνησης, το πείσμα; η πίστη ότι μπορώ να βρω την άκρη; Ή μήπως ο βουβός σπαραγμός, αρνιούμουν να δω και για αυτό δε θρηνούσα; Και το πείσμα στην ουσία δεν ήταν ένα συγκαλυμένος θυμός; Θυμός ως προς τι; Πιθανότατα πήδηξα το θυμό. Δε θυμώνω εγώ, όχι σοβαρά. Έστω, δεν έχει σημασία. Ας μείνω στο τώρα, και στη θλίψη. Σίγουρο αυτό. Αλλά τι πενθώ; Ελα μου ντε; Να ξερα, να πάρω το πτώμα, να το γεμίσω μύρα, να το θάψω, με όλες τις τιμές, να το αποχαιρετήσω, να τελειώνω, να πάω παρακάτω. Ίσως να έχω κολλήσει στην άρνηση αφού δε ξέρω καν τι πενθώ. Τη ζωή; Τη Ζωή που καταστρέφω; Τη ζωή που αδυνατώ να βιώσω; Τη ψευδαίσθηση που χάθηκε ανεπιστρεπτή. Προς στιγμή, χτίζω μια ψευδαίσθηση, και μόλις τη χτίσω, να μαι από έξω να την κοιτώ. Πόσο γελοία μπορώ να είμαι προκειμένου να μου δώσω λίγη ανακούφιση, λίγη χαρά (;), λίγη ελπίδα; Κοιτώ το ψέμα, με χλευάζω και οι μαχαιριές απανωτές, χράτς, χράτς, κομμάτια. Να τα κάτω, μάζεψε τα, φτιάξε πάλι κάτι. Γιατι; Ποιό το νόημα; Ποιός ο στόχος. Τι να διαβάσω, που να ψάξω να βρω μια ψευδαίσθηση, μια υποψία ψευδαίσθησης; Το νόημα είναι στην αγάπη. Τι μας λες τώρα! Για ποιά αγάπη να μιλήσω; Ποιά; Αυτή που με βοηθά να σπρώχνω τις μέρες; Τουλάχιστον, προσπάθησε να περάσεις καλά. ΟΚ, επιφάνεια, όχι, όχι επιφάνεια, η επιφάνεια είναι άλλη μαχαιριά. Αλλά δε ξέρω πιά να αναγνωρίσω το βάθος. Εξάσκηση στη θέληση μου, κάνε αυτό που πρέπει ανεξαρτήτως διαθέσεως. ΟΚ. Αυτό τουλάχιστον μπορώ να το κάνω. Act as if. ΟΚ, και αυτό μπορώ να το κάνω. Πράττω σα να ισχύει. Τι ακριβώς; Σαν τι; Δεν αντέχεται η θλίψη. Δε μπορώ και να της ξεφύγω. Είπα, ΟΚ, να χαιδέψω τον εαυτό μου όσο δε πάει, μπας και συνέλθω. ΟΚ, το κάνω. Γιατί κάθε μου χάδι είναι μπουνιά. Γιατί το χέρι μου είναι σκέτο αγάθι; Κάνω όλα αυτά που μου αρέσουν, δε πιέζομαι, ταξίδια σε μέρη λατρεμένα που άλλωτε με γέμιζαν χαρά. Να τολμήσω να πω ευτυχία (τουλάχιστον ήταν η ψευδαίσθηση της ευτυχίας). Και το γεγονός ότι τώρα αδυνατώ να χαρώ άλλη μαχαιριά, η πιο βαθιά. Πήγαινε πάλι στο δωμάτιο του μικρού, κοιμάται σαν άγγελος, γιατί δε μπορώ να τη γευτώ αυτήν την εικόνα; Μαχαιριά.
Τεσπά, το ΠΣΚ σε μέρος πολυαγαπημένο, σεμινάριο για γονείς, από άνθρωπο γλυκύτατο που με συντροφεύει σα γονέα πέντε χρόνια τώρα. Η οικογενειακή μας παράδοση τα φθινοπωρινά αυτά σεμινάρια. Είπε κάτι που ίσως να είναι και σημαντικό, κλείνωντας το σεμινάριο. "Έρχομαστε εδώ, και ακούτε όλα υτά που πρέπει να κάνει ένας γονιός, το ιδανικό που όλοι μας παλεύπυμε για αυτό, και γνωρίζετε άλλους γονείς, που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το επιδιώκουν και το καταφέρνουν. Και είναι πολύ εύκολο να δείτε όλα τα λάθη που κάνετε και να αισθανθείτε ότι σα γονείς έχετε αποτύχει. Όμως βλέπω τα παιδιά σας, και είνι ζωντανά, υγειεί και χαρούμενα. Και αυτό είναι μεγάλο επίτευγμα, και να θυμόσαστε να το εκτειμείτε τον εαυτό σας." Ωραία, ο γιός μου είναι ζωντανός, σπουδαία τα έχω καταφέρει! Άλλη μαχαιριά. Και μετά, σε συζήτηση, κάποιοι γονείς ανέφεραν, πως λένε ότι τα παιδιά τους είναι μικρότερα σε ηλικία για να μη πληρώσουν εισητήριο. Η υποκρισία όλων αυτών που είναι πεπεισμένοι ότι αναθρέφουν τα παιδιά τους με αρχές. Εκεί κάπου σκέφτομαι ότι δεν είμαι και τόσο άχρηστη μάνα. Τουλάχιστον επιμένω και καταφέρνω να ζω συμφωνα με τις αρχές μου. Και άλλο τεσπά.

Άραγε η ελπίδα όταν πεθαίνει πάει στον παράδεισο ή στην κόλαση;