Στη δουλειά γενικώς τα έχω κάνει σκατά αλλά με κάποιο τρόπο καταφέρνω και τα μπαλώνω. Μέχρι τώρα. Μια δουλειά που έπρεπε να κάνω για την επόμενη εβδομάδα, που την ήξερα εδώ και δύο μήνες, κι εγώ, να έρχομαι στο γραφείο και απλά να αδυνατώ. Να μη μπορώ να τη κάνω. Σα μια μανία να χάσω τη δουλειά μου. Να έρθει η ώρα της κρίσης την επόμενη Τετάρτη και να χάσω τη δουλειά. Επιμένω να έρχομαι και να προσπαθώ να το δουλέψω. Επιμένω να μένω ακινητοποιημένη.
Και μόλις τώρα, ο αφεντικός μου ήρθε και τροποποίησε τα ζητούμενα, ζήτησε και συγνώμη, που μου ζητάει άλλα τώρα, και κατανοεί οτί ίσως να μη προλάβω. Δε ξέρει αυτός ότι για τα προηγούμενα δεν έχω κάνει τίποτα. Δε του το είπα κιόλας. Και ως εκ θαύματος αυτά που ζητάει είναι μισοέτοιμα από πέρυσι για άλλη δουλειά που είχα κάνει.
Κι έτσι τίποτα δε χάθηκε. Τίποτα. Και ελπίζω ξανά.
Κάποτε ένοιωθα το σύμπαν να με χαιδεύει. Ίσως να μη σταμάτησε ποτέ.
Ανάσταση;
Τετάρτη, Απριλίου 11, 2007
για το μικρό μου φιλόσοφο
Με τον Ιάσωνα έχουμε την εξής συνήθεια
Σφιχτή αγκαλιά και φιλάκι το βράδυ πριν κοιμηθούμε για να καλονυχτίσουμε, σφιχτή αγκαλιά και φιλάκι το πρωί μόλις ξυπνήσουμε για να πάρουμε δύναμη για τη μέρα μας.
Σήμερα πάω να τον αγκαλιάσω, δε θέλω μου λέει πήρα.
Τι πήρες καρδιά μου
Δύναμη, από μέσα μου
Και εγώ τι να πω; Για μένα και τη δύναμη που δε βρίσκω να του δώσω τη μάνα που του αξίζει. Τι;
Χθες μια ακόμη δύσκολη μέρα, μέσα μου, όχι έξω μου.
Για λίγο θύμωσα κιόλας. Έγινε το θάυμα, θύμωσα. Λέω τι κι αν είμαι ανεπαρκής ρε γαμώτο, μήπως είναι κανείς επαρκής για μένα; Μόνο ο Ιάσωνας, μόνο εκεί οφείλω να είμαι επαρκής. Δεν έχω και επιλογή. Δε μου φταίει σε τίποτα να με βλέπει έτσι. Κι έρχεται ο γλυκός μου χθες το βράδυ και μου λέει, εισαι καλή μαμά. Όχι όσο σου αξίζει μάτια μου, όχι. Και τελικά, αν έχω έναν λόγο που συνεχίζω και κρατιέμαι πάνω σε αυτή τη γη, είναι αυτός. Όπως λέει και η κουμπαρούλα μου, τα παιδιά μας μας γειώνουν. Όντως. (Μου έλειψες ρε φιλενάδα, έτσι όπως έμπλεξα με τα τρεχάματα και τις δουλειές, έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε, τόσο ήθελα χθες βράδυ να σου έρθω, να στα πω, να κλάψω στην αγκαλιά σου. Κι έμεινα πάλι να κλαίω μόνη. Τι να τον ταλαιπωρώ και τον άλλον, να περάσει άλλη μια δύσκολη νύχτα, τι φταίει κι αυτός, τι. Ούτως ή άλλως όσο κι αν πονάει και τους δυό μας, η αγκαλιά είναι κενή, επι του πρακτέου μηδενική. Μέσα μου πρέπει να βρω τη δύναμη, δε θα με πάρει κανείς από το χεράκι. Να γεύομαι ότι δίνεται και ας πάνε στην ευχή όλα τα ηλίθια θέλω και προσδωκίες και ανεκπλήρωτα και δε συμμαζεύεται. Χείμαιρες είναι, και το ξαναείπαμε, οι χείμαιρες ζώα της μυθολογίας, δεν υφίστανται. Τα μηδενίζω όλα; Ίσως. Μηδενικά τα βλέπω, μηδενικά είναι) Έτσι λοιπόν, να μη ξεχνάω ποιός ο στόχος μου. Και ο στόχος μου είναι να φροντίσω τον Ιάσωνα. Να θυμηθώ το στόχο λοιπόν, και να προσπαθήσω να τον εκπληρώσω όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Τι τα θέλω τα υπόλοιπα, τις ψευδαισθήσεις, τις μαλακίες. Μεγάλο Σάββατο, έγινε σκηνικό, μας ταλαιπωρήσανε με κανονίσματα και χαζομάρες. Μετά από δύο ώρες ταλαιπωρίας, δικιάς μου (ποιός με χέζει εμένα) και του παιδιού, λέω στη παρέα μου, δε βλέπω φως εδώ, πήρα το παιδί μου κι έφυγα. Τι να τους κάνουμε τους άλλους χαρά μου του λέω, όταν είμαστε τα δυό μας; Και περάσαμε το υπόλοιπο απόγευμα τραγουδώντας εγώ κι εσύ μαζί. Και όμορφα που το περάσαμε. Χωρίς να προσδοκώ τίποτα άλλο. Αυτό που δε θα έρθει που δε δυναται να έρθει γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει. Να το πάρω αποφαση κι έτσι να πορευτώ. Εστιασμένη στο στόχο. Μπορώ; Μπορώ αλλά πονάει ρε γαμώτο, πονάει.
Σφιχτή αγκαλιά και φιλάκι το βράδυ πριν κοιμηθούμε για να καλονυχτίσουμε, σφιχτή αγκαλιά και φιλάκι το πρωί μόλις ξυπνήσουμε για να πάρουμε δύναμη για τη μέρα μας.
Σήμερα πάω να τον αγκαλιάσω, δε θέλω μου λέει πήρα.
Τι πήρες καρδιά μου
Δύναμη, από μέσα μου
Και εγώ τι να πω; Για μένα και τη δύναμη που δε βρίσκω να του δώσω τη μάνα που του αξίζει. Τι;
Χθες μια ακόμη δύσκολη μέρα, μέσα μου, όχι έξω μου.
Για λίγο θύμωσα κιόλας. Έγινε το θάυμα, θύμωσα. Λέω τι κι αν είμαι ανεπαρκής ρε γαμώτο, μήπως είναι κανείς επαρκής για μένα; Μόνο ο Ιάσωνας, μόνο εκεί οφείλω να είμαι επαρκής. Δεν έχω και επιλογή. Δε μου φταίει σε τίποτα να με βλέπει έτσι. Κι έρχεται ο γλυκός μου χθες το βράδυ και μου λέει, εισαι καλή μαμά. Όχι όσο σου αξίζει μάτια μου, όχι. Και τελικά, αν έχω έναν λόγο που συνεχίζω και κρατιέμαι πάνω σε αυτή τη γη, είναι αυτός. Όπως λέει και η κουμπαρούλα μου, τα παιδιά μας μας γειώνουν. Όντως. (Μου έλειψες ρε φιλενάδα, έτσι όπως έμπλεξα με τα τρεχάματα και τις δουλειές, έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε, τόσο ήθελα χθες βράδυ να σου έρθω, να στα πω, να κλάψω στην αγκαλιά σου. Κι έμεινα πάλι να κλαίω μόνη. Τι να τον ταλαιπωρώ και τον άλλον, να περάσει άλλη μια δύσκολη νύχτα, τι φταίει κι αυτός, τι. Ούτως ή άλλως όσο κι αν πονάει και τους δυό μας, η αγκαλιά είναι κενή, επι του πρακτέου μηδενική. Μέσα μου πρέπει να βρω τη δύναμη, δε θα με πάρει κανείς από το χεράκι. Να γεύομαι ότι δίνεται και ας πάνε στην ευχή όλα τα ηλίθια θέλω και προσδωκίες και ανεκπλήρωτα και δε συμμαζεύεται. Χείμαιρες είναι, και το ξαναείπαμε, οι χείμαιρες ζώα της μυθολογίας, δεν υφίστανται. Τα μηδενίζω όλα; Ίσως. Μηδενικά τα βλέπω, μηδενικά είναι) Έτσι λοιπόν, να μη ξεχνάω ποιός ο στόχος μου. Και ο στόχος μου είναι να φροντίσω τον Ιάσωνα. Να θυμηθώ το στόχο λοιπόν, και να προσπαθήσω να τον εκπληρώσω όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Τι τα θέλω τα υπόλοιπα, τις ψευδαισθήσεις, τις μαλακίες. Μεγάλο Σάββατο, έγινε σκηνικό, μας ταλαιπωρήσανε με κανονίσματα και χαζομάρες. Μετά από δύο ώρες ταλαιπωρίας, δικιάς μου (ποιός με χέζει εμένα) και του παιδιού, λέω στη παρέα μου, δε βλέπω φως εδώ, πήρα το παιδί μου κι έφυγα. Τι να τους κάνουμε τους άλλους χαρά μου του λέω, όταν είμαστε τα δυό μας; Και περάσαμε το υπόλοιπο απόγευμα τραγουδώντας εγώ κι εσύ μαζί. Και όμορφα που το περάσαμε. Χωρίς να προσδοκώ τίποτα άλλο. Αυτό που δε θα έρθει που δε δυναται να έρθει γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει. Να το πάρω αποφαση κι έτσι να πορευτώ. Εστιασμένη στο στόχο. Μπορώ; Μπορώ αλλά πονάει ρε γαμώτο, πονάει.
Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007
άρνηση
Άρνηση, Θυμός, Θλίψη, Αποδοχή
Εγώ; Κολλημένη στην άρνηση. Και θλίψη, αλλά κυρίως άρνηση. Βυθισμένη σε αρνητικές σκέψεις. Όλα βουνό. Ναι, όλα βουνό. Και τι έγινε; Η ορειβασία υποτίθεται με αρέσει. Αφού θα το ανέβω που θα το ανέβω ας πάρω τη βαθιά ανάσα και ας το κάνω. Όχι. Αρνούμαι να ξεκολλήσω. Αρνούμαι να αποδεχτώ. Αρνουμαι να δω. Αρνούμαι να πάρω ότι μου δίνεται. Αρνούμαι να γιάννω. Οι αρνητικές σκέψεις έρχονται κι έρχονται, και ξανά. Δε μπορώ, δε θέλω να τους ξεφύγω, να τις διώξω. Αρνούμαι. Να κάνω το βήμα. Το επόμενο. Να υπάρξω. Να ηρεμήσω. Να χαρώ. Αρνουμαι να προχωρήσω. Κολλημένη στις σκέψεις, Κολυμπάω στο πόνο που μόνη μου γεννώ. Και γεννώ κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Λάθη. Κάνω λάθη, επιδιώκω το λάθος, μόνο λάθη για μένα, τίποτα άλλο. Αρνούμαι. Παραιτούμαι. Το τραμπολίνο έχασε την ελαστικότητα του, εγώ αρνούμαι να κάνω γκελ. Μέσα στο πηγάδι, κοιτάζω το φεγγάρι. Πανσέληνος είναι, και είναι μακριά. Εχω χάσει τη πίστη μου. Τη πίστη στη ζωή μου, στο νόημα της ρουτίνας μου, στο μέλλον, σε μένα, στους δικούς μου, σε όλα. Τα τυλίγω όλα με αδιαφορία και άρνηση. Θέλω να πιαστώ από κάπου να τραβηχτώ έξω από αυτό. Όλα τα σχοινιά σάπια, ξένα, άλλα από αυτά που χρειάζομαι. Αρνούμαι να βγάλω από τη τσέπη μου το σχοινί το καλό, το σχοινί το σωστό, να το δώσω στους δικούς να με τραβήξουν. Αρνούνται να το κάνουν αυτοί για μένα. Άσε με να βυθίζομαι. Δε με νοιάζει, δε με κόφτει. Αρνούμαι να αναζητήσω τη πίστη μου. Άντε πάλι από την αρχή. Κουράστηκα να ονειρεύομαι, να πιστεύω στα όνειρα μου. Κουράστηκα να φαντάζομαι αυτό που θέλω. Δεν έχω το κουράγιο καν να το ζήσω. Κι ας μου το δώσουνε στο πιάτο. Τι νόημα έχει. Δεν είναι αληθινό, δεν έχει διάρκεια. Όλα ψευδαίσθηση που φτιάχνουμε για την επιβίωση. Όλα ψέματα που χτίζουμε στο μυαλό μας. Τίποτα αντικειμενικό. Όλα ότι αποφασίσει η οπτική σου γωνία. Όλα ότι αποφασίσεις να τα χρωματίσεις. Κάνε τους συμβιβασμούς σου, αποφάσισε να παραβλέψεις κάποια πράγματα, και να τη η ευτυχία δικιά σου. Είσαι όσο ευτυχισμένος αποφασίσεις εσύ να είσαι. Αν δε βαριέσαι, αν δε σε νοιάζει η απουσία αλήθειας, ή μα΄λλον όχι, η απουσία της δικής σου επιθυμίας. Είσαι όσο ευτυχισμένος αποφασίσεις να είσαι. Αποφασισε τι εστι ευτυχία για σένα. Αλλά πρόσεξε, τα στοιχεία που θα βάλεις να ειναι αυτά που είναι εφικτά, όχι αυτά που θα ήθελες. Και τότε, αμέσως την έχεις. Να ζήσω άλλο ένα ψέμα, ένα κατασκεύασμα του μυαλού μου; Βαριέμαι. Δε με κόφτει. Καλή και η θλίψη. Κι αυτή ψευδαίσθηση είναι. Κι αυτή κατασκεύασμα του μυαλού Ότι νοιώθω κατασκεύασμα του μυαλού. Τίποτα δεν αναγνωρίζω ως πραγματικό. Να πω αυτό είναι αυτό. Είναι. Δεν αμφιβάλω. Όχι δεν έχω πίστη. Και αρνούμαι να τη ξαναγεννήσω.
Άρνηση, Θυμός, Θλίψη, Αποδοχή
Εκεί κολλημένη στην άρνηση. Δε πρόκειται να πάω παραπέρα. Δε θυμώνω. Δεν είναι κάτι που το συνηθίζω. Μόνο στιγμιαία. Συνήθως απλά παραιτούμαι, προσπερνώ, μελαγχολώ. Έλεγα για το γάτο μου χθες, που μετά τη γέννηση του Ιάσωνα έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, μαράζωσε. Ζήλευε; με ρωτήσανε. Όχι, δε ζήλευε, δε διεκδίκησε τη προσοχή μας, δε φέρθηκε άσχημα στον Ιάσωνα. Απλά αποδέχτηκε το γεγονός ότι δεν ήταν πιά ο χαιδεμένος του σπιτιού, και μαράζωσε. Λένε τα ζώα μοιάζουν στα αφεντικά τους. Αυτό σκέφτηκα μετά τη κουβέντα. Κι εγώ. Απλά μαραζώνω. Δε διεκδικώ, δε θυμώνω, αποδέχομαι το γεγονός. Ορφανή; Τι να κάνουμε, έτσι το θέλησε. Αρνούμαι να γεννήσω θυμό. Μόνη; Αρνουμαι να αποδεχτώ αυτό το γεγονός. Το ξέρω, το νοιώθω, θλίβομαι, μαραζώνω. Πονάει. Μόνη. Προχθές έριξα πάλι ένα καλό κλάμα και κάποια στιγμή με μανία άρχισα να επαναλαμβάνω, μπορώ μόνη μου, είναι ωραία μόνη μου, και ξανά και ξανά και ξανά. Να πλύνω τον εγκέφαλο να καθαρίσει από τις ψευδαισθήσεις. Μου λέει ο καλός μου μετά. Μόνη ξανά δε θα σε αφήσω. Μη με αφήνεις μόνο ποτέ. Προσπαθεί να καταλάβει, προσπαθεί να πλησιάσει. Το παλεύει. Δε πρόκειται να τα καταφέρει. Μπορεί η αλκυόνη να με αποκαλλεί το τείχος των δακρύων αλλά εγώ είμαι τοίχος σκέτος. Αδιαπέραστος. Όσο το παλεύει πιάνομαι από κάπου και κρατάω τη ψευδαισθηση. Καλό ή κακό αυτό; Η άρνηση συνεχίζεται. Ο επαναπροσδιορίσμός του "μαζί" αναβάλλεται. Αρνουμαι να κάνω τους συμβιβασμούς μου, να επιλέξω τα εφικτά κομμάτια της ευτυχίας. Ή όλα ή τίποτα. Κατέστρεφε. Και δε με νοιάζει. Χθες ξανά σε χαρτορίχτρα. Γιατί, με ρωτάει; Για να επανάποκτήσω τη πίστη μου. Δε καταλαβαίνει. Να μου πει κάποιος ότι θα έχει διάρκεια, ότι θα έχω αυτό που επιζητώ, να πιστέψω ότι είναι εφικτό και τότε να το παλέψω. Να μη δώσω άλλη μια μάχη που είναι χαμένη από χέρι. Κουράστηκα με τα όνειρα που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Δεν έχω δικιά μου ελπίδα, δικιά μου πίστη. Δε πιστεύω ότι τα σχέδια μου θα γίνουν. Δε γουστάρω να δίνω χαμένες μάχες. Άσε τη ζωή να σε πάει. Μην ονειρεύεσαι. ΄Ασε τη ζωή να τσουλήσει. Όπως όπως. Στα δύσκολα να κάνω πίσω. Δε θέλω να πέσω προσπαθώντας. Αφού θα πέσω, τουλάχιστον ας πέσω χωρίς αντίσταση. Αρνούμαι να το παλέψω. Άρνουμαι.
Εγώ; Κολλημένη στην άρνηση. Και θλίψη, αλλά κυρίως άρνηση. Βυθισμένη σε αρνητικές σκέψεις. Όλα βουνό. Ναι, όλα βουνό. Και τι έγινε; Η ορειβασία υποτίθεται με αρέσει. Αφού θα το ανέβω που θα το ανέβω ας πάρω τη βαθιά ανάσα και ας το κάνω. Όχι. Αρνούμαι να ξεκολλήσω. Αρνούμαι να αποδεχτώ. Αρνουμαι να δω. Αρνούμαι να πάρω ότι μου δίνεται. Αρνούμαι να γιάννω. Οι αρνητικές σκέψεις έρχονται κι έρχονται, και ξανά. Δε μπορώ, δε θέλω να τους ξεφύγω, να τις διώξω. Αρνούμαι. Να κάνω το βήμα. Το επόμενο. Να υπάρξω. Να ηρεμήσω. Να χαρώ. Αρνουμαι να προχωρήσω. Κολλημένη στις σκέψεις, Κολυμπάω στο πόνο που μόνη μου γεννώ. Και γεννώ κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Λάθη. Κάνω λάθη, επιδιώκω το λάθος, μόνο λάθη για μένα, τίποτα άλλο. Αρνούμαι. Παραιτούμαι. Το τραμπολίνο έχασε την ελαστικότητα του, εγώ αρνούμαι να κάνω γκελ. Μέσα στο πηγάδι, κοιτάζω το φεγγάρι. Πανσέληνος είναι, και είναι μακριά. Εχω χάσει τη πίστη μου. Τη πίστη στη ζωή μου, στο νόημα της ρουτίνας μου, στο μέλλον, σε μένα, στους δικούς μου, σε όλα. Τα τυλίγω όλα με αδιαφορία και άρνηση. Θέλω να πιαστώ από κάπου να τραβηχτώ έξω από αυτό. Όλα τα σχοινιά σάπια, ξένα, άλλα από αυτά που χρειάζομαι. Αρνούμαι να βγάλω από τη τσέπη μου το σχοινί το καλό, το σχοινί το σωστό, να το δώσω στους δικούς να με τραβήξουν. Αρνούνται να το κάνουν αυτοί για μένα. Άσε με να βυθίζομαι. Δε με νοιάζει, δε με κόφτει. Αρνούμαι να αναζητήσω τη πίστη μου. Άντε πάλι από την αρχή. Κουράστηκα να ονειρεύομαι, να πιστεύω στα όνειρα μου. Κουράστηκα να φαντάζομαι αυτό που θέλω. Δεν έχω το κουράγιο καν να το ζήσω. Κι ας μου το δώσουνε στο πιάτο. Τι νόημα έχει. Δεν είναι αληθινό, δεν έχει διάρκεια. Όλα ψευδαίσθηση που φτιάχνουμε για την επιβίωση. Όλα ψέματα που χτίζουμε στο μυαλό μας. Τίποτα αντικειμενικό. Όλα ότι αποφασίσει η οπτική σου γωνία. Όλα ότι αποφασίσεις να τα χρωματίσεις. Κάνε τους συμβιβασμούς σου, αποφάσισε να παραβλέψεις κάποια πράγματα, και να τη η ευτυχία δικιά σου. Είσαι όσο ευτυχισμένος αποφασίσεις εσύ να είσαι. Αν δε βαριέσαι, αν δε σε νοιάζει η απουσία αλήθειας, ή μα΄λλον όχι, η απουσία της δικής σου επιθυμίας. Είσαι όσο ευτυχισμένος αποφασίσεις να είσαι. Αποφασισε τι εστι ευτυχία για σένα. Αλλά πρόσεξε, τα στοιχεία που θα βάλεις να ειναι αυτά που είναι εφικτά, όχι αυτά που θα ήθελες. Και τότε, αμέσως την έχεις. Να ζήσω άλλο ένα ψέμα, ένα κατασκεύασμα του μυαλού μου; Βαριέμαι. Δε με κόφτει. Καλή και η θλίψη. Κι αυτή ψευδαίσθηση είναι. Κι αυτή κατασκεύασμα του μυαλού Ότι νοιώθω κατασκεύασμα του μυαλού. Τίποτα δεν αναγνωρίζω ως πραγματικό. Να πω αυτό είναι αυτό. Είναι. Δεν αμφιβάλω. Όχι δεν έχω πίστη. Και αρνούμαι να τη ξαναγεννήσω.
Άρνηση, Θυμός, Θλίψη, Αποδοχή
Εκεί κολλημένη στην άρνηση. Δε πρόκειται να πάω παραπέρα. Δε θυμώνω. Δεν είναι κάτι που το συνηθίζω. Μόνο στιγμιαία. Συνήθως απλά παραιτούμαι, προσπερνώ, μελαγχολώ. Έλεγα για το γάτο μου χθες, που μετά τη γέννηση του Ιάσωνα έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, μαράζωσε. Ζήλευε; με ρωτήσανε. Όχι, δε ζήλευε, δε διεκδίκησε τη προσοχή μας, δε φέρθηκε άσχημα στον Ιάσωνα. Απλά αποδέχτηκε το γεγονός ότι δεν ήταν πιά ο χαιδεμένος του σπιτιού, και μαράζωσε. Λένε τα ζώα μοιάζουν στα αφεντικά τους. Αυτό σκέφτηκα μετά τη κουβέντα. Κι εγώ. Απλά μαραζώνω. Δε διεκδικώ, δε θυμώνω, αποδέχομαι το γεγονός. Ορφανή; Τι να κάνουμε, έτσι το θέλησε. Αρνούμαι να γεννήσω θυμό. Μόνη; Αρνουμαι να αποδεχτώ αυτό το γεγονός. Το ξέρω, το νοιώθω, θλίβομαι, μαραζώνω. Πονάει. Μόνη. Προχθές έριξα πάλι ένα καλό κλάμα και κάποια στιγμή με μανία άρχισα να επαναλαμβάνω, μπορώ μόνη μου, είναι ωραία μόνη μου, και ξανά και ξανά και ξανά. Να πλύνω τον εγκέφαλο να καθαρίσει από τις ψευδαισθήσεις. Μου λέει ο καλός μου μετά. Μόνη ξανά δε θα σε αφήσω. Μη με αφήνεις μόνο ποτέ. Προσπαθεί να καταλάβει, προσπαθεί να πλησιάσει. Το παλεύει. Δε πρόκειται να τα καταφέρει. Μπορεί η αλκυόνη να με αποκαλλεί το τείχος των δακρύων αλλά εγώ είμαι τοίχος σκέτος. Αδιαπέραστος. Όσο το παλεύει πιάνομαι από κάπου και κρατάω τη ψευδαισθηση. Καλό ή κακό αυτό; Η άρνηση συνεχίζεται. Ο επαναπροσδιορίσμός του "μαζί" αναβάλλεται. Αρνουμαι να κάνω τους συμβιβασμούς μου, να επιλέξω τα εφικτά κομμάτια της ευτυχίας. Ή όλα ή τίποτα. Κατέστρεφε. Και δε με νοιάζει. Χθες ξανά σε χαρτορίχτρα. Γιατί, με ρωτάει; Για να επανάποκτήσω τη πίστη μου. Δε καταλαβαίνει. Να μου πει κάποιος ότι θα έχει διάρκεια, ότι θα έχω αυτό που επιζητώ, να πιστέψω ότι είναι εφικτό και τότε να το παλέψω. Να μη δώσω άλλη μια μάχη που είναι χαμένη από χέρι. Κουράστηκα με τα όνειρα που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Δεν έχω δικιά μου ελπίδα, δικιά μου πίστη. Δε πιστεύω ότι τα σχέδια μου θα γίνουν. Δε γουστάρω να δίνω χαμένες μάχες. Άσε τη ζωή να σε πάει. Μην ονειρεύεσαι. ΄Ασε τη ζωή να τσουλήσει. Όπως όπως. Στα δύσκολα να κάνω πίσω. Δε θέλω να πέσω προσπαθώντας. Αφού θα πέσω, τουλάχιστον ας πέσω χωρίς αντίσταση. Αρνούμαι να το παλέψω. Άρνουμαι.
Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007
καταθλιπτικοί κύκλοι
Ποστάκι της υφάντρας και τα σχόλια του με έκανε αυθόρμητα να σκεφτώ και να συνειδητοποιήσω από που προέρχεται η κυκλικότητα της κατάθλιψης. Τουλάχιστον της δικιάς μου κατάθλιψης.
Συμβαίνει το εξής απλό. Η ψυχολόγα μου το ονομάζει φόβο της ευτυχίας.
Το υποσυνείδητο μου έχει συγκεκριμένη δόση χαράς και καλοσύνης που ανέχεται, γιατί τόση θεωρεί ότι αξίζω. Μόλις αυτή ξεπεραστεί και η δόση καλοσύνης είναι το κατιτίς παραπάνω, παθαίνει ένα τραμπάκουλο, δεν αντέχει και φέρνει τη κατάθλιψη. Και ο κύκλος ξεκινά. Όσο και να προσπαθώ με τη λογική να εξέλθω, όσο κι αν προσπαθούν οι δικοί μου να με βοηθήσουν, αυτό επιμένει να με βυθίζει εκεί. Το γεγονός ότι δεν υφίσταται ουσιαστικός και πραγματικός λόγος για τη κατάθλιψη, το βοηθά γιατί τότε προστίθενται και οι ενοχές οι οποίες εντείνουν το πόνο. Μόλις νιώσει ότι αρκετά τιμωρήθηκα, ότι κατά κάποιον τρόπο εξέτησα τη ποινή μου, ως δια μαγίας, ο καταθλιπτικός κύκλος κλείνει και είμαι και πάλι καλά.
Το γεγονός ότι πέρασα τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του Ιάσωνα απαλλαγμένη από τη κατάθλιψη οφείλεται στο ότι είχα πραγματικά ζόρια και δυσκολίες, ήμουν πραγματικά μόνη, οπότε και το ασυνείδητο αισθανόταν ότι αρκετά υποφέρω, δε χρειάζεται να με τιμωρήσει επιπλέον. Μόλις όμως άρχισα να είμαι καλά, να πέρνω τη ζωή στα χέρια μου, να κάνω όνειρα, σου λέει, τι έγινε εδώ; Εσύ δεν αξίζεις να σου φέρεται καλά η ζωή. Κάνε λάθη, χτύπα τον εαυτό σου και επειδή αυτό δεν αρκεί πάρε και μια κατάθλιψη. Όσο αντιστέκομαι και προσπαθώ να είμαι καλά, τόσο και αυτό με βαράει. Και τους τελέυταίους μήνες, που έχω δρομολογήσει χαρά και όνειρα, τα έχει πάρει τελείως και μου βαράει τη κατάθλιψη μέχρι εκεί που δε πάει. Και επειδή οι μέρες μου έχουν πολλές πραγματικές και ουσιαστικές καλές στιγμές πλέον, ανεξαρτήτως της κατάθλιψης, που είναι πια μόνιμη κατάσταση, αυτό με βυθίζει όλο και πιο βαθιά, και πιο βαθιά, και πιο βαθιά. Γιατί με τόση καλοσύνη η ποινή δεν εκτίεται ποτέ.
Ωραία, το βρήκα, και λοιπόν; αυτή τη χαμηλή αίσθηση αυτοαξίας πότε θα τη γιάνω; πότε;
Συμβαίνει το εξής απλό. Η ψυχολόγα μου το ονομάζει φόβο της ευτυχίας.
Το υποσυνείδητο μου έχει συγκεκριμένη δόση χαράς και καλοσύνης που ανέχεται, γιατί τόση θεωρεί ότι αξίζω. Μόλις αυτή ξεπεραστεί και η δόση καλοσύνης είναι το κατιτίς παραπάνω, παθαίνει ένα τραμπάκουλο, δεν αντέχει και φέρνει τη κατάθλιψη. Και ο κύκλος ξεκινά. Όσο και να προσπαθώ με τη λογική να εξέλθω, όσο κι αν προσπαθούν οι δικοί μου να με βοηθήσουν, αυτό επιμένει να με βυθίζει εκεί. Το γεγονός ότι δεν υφίσταται ουσιαστικός και πραγματικός λόγος για τη κατάθλιψη, το βοηθά γιατί τότε προστίθενται και οι ενοχές οι οποίες εντείνουν το πόνο. Μόλις νιώσει ότι αρκετά τιμωρήθηκα, ότι κατά κάποιον τρόπο εξέτησα τη ποινή μου, ως δια μαγίας, ο καταθλιπτικός κύκλος κλείνει και είμαι και πάλι καλά.
Το γεγονός ότι πέρασα τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του Ιάσωνα απαλλαγμένη από τη κατάθλιψη οφείλεται στο ότι είχα πραγματικά ζόρια και δυσκολίες, ήμουν πραγματικά μόνη, οπότε και το ασυνείδητο αισθανόταν ότι αρκετά υποφέρω, δε χρειάζεται να με τιμωρήσει επιπλέον. Μόλις όμως άρχισα να είμαι καλά, να πέρνω τη ζωή στα χέρια μου, να κάνω όνειρα, σου λέει, τι έγινε εδώ; Εσύ δεν αξίζεις να σου φέρεται καλά η ζωή. Κάνε λάθη, χτύπα τον εαυτό σου και επειδή αυτό δεν αρκεί πάρε και μια κατάθλιψη. Όσο αντιστέκομαι και προσπαθώ να είμαι καλά, τόσο και αυτό με βαράει. Και τους τελέυταίους μήνες, που έχω δρομολογήσει χαρά και όνειρα, τα έχει πάρει τελείως και μου βαράει τη κατάθλιψη μέχρι εκεί που δε πάει. Και επειδή οι μέρες μου έχουν πολλές πραγματικές και ουσιαστικές καλές στιγμές πλέον, ανεξαρτήτως της κατάθλιψης, που είναι πια μόνιμη κατάσταση, αυτό με βυθίζει όλο και πιο βαθιά, και πιο βαθιά, και πιο βαθιά. Γιατί με τόση καλοσύνη η ποινή δεν εκτίεται ποτέ.
Ωραία, το βρήκα, και λοιπόν; αυτή τη χαμηλή αίσθηση αυτοαξίας πότε θα τη γιάνω; πότε;
Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007
Εν μέσω ύπνου παιχνιδίσματα
Το ξέρω χάθηκα. Από το μπλογκ και από τη παλιά μου ζωή. Οι μπλογκοφίλοι με προ(σ)καλούν να παίξω παιχνίδια κι εγώ αδυνατώ. Χαμένη γενικώς. Στα έσω μου. Θέλω να βγω στην επιφάνεια είπα στη ψυχολόγα. Κουράστηκα. Τη Κυριακή το βράδυ δια ασήμαντον αφορμή έκλαιγα τρεις ώρες. Αυτό το λούστηκε ο ταλαίπωρος άνθρωπος που είναι μαζί μου. Τη προηγούμενη Πέμπτη τη γλύτωσε. Βγήκα στο μπαλκόνι και μέσα στο αγιάζι μια από τα ίδια. Φώναζα, δε θέλω, δε θέλω. Δε θέλω να διαλέξω σε παρακαλώ. Θέλω να μπορέσω να δω γκρι. Δε πιστεύω στο γκρί. Δε θέλω. Μαύρο/άσπρο. Ποίημα της Σώτης Τριανταφύλου για την απομυθοποίηση του άσπρου. Άσπρη η σιώπή, άσπρο το χιόνι, άσπρος ο τάφος, κάπως έτσι, δε θυμάμαι, βαριέμαι να ανατρέχω τώρα. Τι άσπρο, τι μαύρο, τι γκρί, τι πορτοκαλί. Πορτοκαλί Ιάσωνας. Το αγαπημένο του χρώμα. Παίρνει τις ζωγραφιές, εκείνες που είναι λευκές τελείως και αρχίζει με προσοχή να γεμίζει τα σχήματα, τις μορφές, να μη ξεφύγει έξω από το περίγραμμα. Και τα κάνει όλα πορτοκαλιά. Ουρανό, σύννεφα, δέντρα, σπίτια, λουλούδια. Έχετε δει έλατο πορτοκαλί; Εγώ έχω δει, φτιαγμένο από τα χεράκια του. Και το τελικό αποτέλεσμα είναι μια σελίδα πορτοκαλί. Όλη βαμένη πορτοκαλί. Γεμάτος περηφάνεια έρχεται, μαμά πες μου μπράβο, που δε ξέφυγα από τις γραμμές. Μπράβο καρδιά μου. Αναγνώρισε τα όρια και μείνε μέσα τους. Από τώρα. Εξασκήσου. Αλλά τουλάχιστον διαλέγεις το χρώμα που σου ταιριάζει. Μετά ανεβαίνει πάνω μου. Είμαι η μηχανή, τα χέρια μου οι μοχλοί, τα αυτιά μου οι ρόδες, η μύτη μου τιμόνι. Ή είμαι άλογο, εκείνος στους ώμους καβαλάρης ιππότης, το μαξιλάρι η άμαξα. Τον ακολουθώ στο παιχνίδι του, στη φαντασία του. Τη σκοτώσαμε κάπως έτσι και τη χθεσινή μέρα. Πάει κι αυτή. Ειδικά αυτή. Η πρώτη μέρα της άνοιξης. Επίσημα πιά, να ανοίξουμε, τι; τις καρδιές; τις ελπίδες; τη χαρά; Η ημέρα της ποίησης. Να ποιήσω τι; όνειρα, ζωή; Κάτι τέτοιο. Ίσως κάτι άλλο. Αυτή την ανοξιάτικη και ποιητική μέρα προσποιήθηκα ότι είμαι ακόμη εδώ. Όπως κι αν είμαι. Περίπου ζωντανή. Φέτος τη τιμητική του ο εγγονόπουλος. Βαλτό είναι το σύμπαν; Έλεος δεν έχει. Όχι, δεν έχει. Θυμάμαι το πέρυσι. Θυμάμαι γυναίκες αγαπημένες λιμάνια. Θυμάμαι ψευδαισθήσεις. Και ο ύπνος συνεχίζεται. Πέρυσι η τιμιτική του Ελύτη. Αντίστροφα μου πήγαν οι ποιητές και οι άντρες. Αντίστροφα και ανάστροφα. Θυμάμαι πέρυσι αυτή τη μέρα. Με καίει να τη θυμάμαι. Όχι για κείνο που με πόναγε τότε. Για εμένα που ένα χρόνο μετά συνεχίζω τα ίδια. Τα ίδια παντελή μου, τα ίδια παντελάκη μου. Ένα χρόνο μετά και η ανοιξη με βρίσκει και πάλι κλεισμένη. Και με λιγότερο πείσμα γαμώτο, και με λιγότερη ελπίδα, και με πολύ άρνηση. Πέρυσι λοιπόν, τέτοια μέρα, προετοιμαζόμουνα για αποχαιρετισμό. Πήρα ένα μετρό γεμάτο ήχους του Ελύτη. Πήγα στον Ιανό και διάλεξα βιβλίο σημαδιακό. Πήγα στο Μετρόπολις και διάλεξα CD σημαδιακό. Πήγα στο εκκλησάκι του Άγιου Νικόλαου και κάθισα κάτω από τον ήλιο, και διάβασα το σημαδιακό βιβλίο, και έγραψα την αφιέρωση μου. Όχι δε θυμάμαι τι έγραψα. Θυμάμαι ομως τη μέρα πολύ καλά. Τον ήλιο που έκαιγε, την άνοιξη που γιόρταζε ερήμην μου. Και φέτος; Πάλι το δρόμο είχανε γιορτή; Δε ξέρω, την απέφυγα τη μέρα, τη σκότωσα. Για να μη με σκοτώσει αυτή. Θέλω να βγω στην επιφάνεια είπα στη ψυχολόγα. Αλλά δε μπορώ. Ή δε θέλω. Σε ένα μονόδρομο εγκλωβισμένη. Ελπίζω σε σείσμό, να σκίσει τη γή, να κόψει το δρόμο, να συναντήσω ρήγμα μπροστά μου, να κάνω πίσω. ΝΑ επιστρέψω. Στη πρότεινη ζωή. Της επιφάνειας. Της θετικής σκέχης. Της διαχείρησης. Να ασχοληθώ με πρακτικά ζητήματα. Να αποκτήσω αποφασιστικότητα και στόχους καθημερινούς, μικρούς, χαζούς, να μπω σε ρυθμό ρουτίνας, να μη σκέφτομαι, να μη σκέφτομαι, να μην αισθάνομαι, να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσω τους παράλογους δαίμονες μου. Να πάρω τα ηνία εγώ πάλι. Όπως Αγγλία. Όπως πριν. Να μη καταλαβαίνω τα λάθη που κάνω, τις τρικλοποδιές που βάζω στον εαυτό μου. Να πάρω ένα βιβλίο να πάω στο Richmond park να χαζεύω σκιουρους και ελάφια. Και να είναι το βιβλίο ελαφρύ, με έρωτες, και ίντριγκες, και ζήλειες, και happy end. Κυρίως αυτό, χολυγουντιανό τέλος, να καμώνομαι πως και εγώ κάπως έτσι ζω. Στην επιφάνεια. Και όταν ανεβαίνω στη μηχανή και με κτυπάει ο αέρας και δακρίζω, να είναι τα δάκρυα μόνο του αέρα, καθόλου δικά μου, μόνο του αέρα.
Αγαπημένες μου θεατρολόγες, ότι μπόρεσα έκανα
Δεν ήτανε κατάλληλη εποχή για παιχνίδια
Κι όσο για ταινίες, βιβλία, και τα συναφή Θα πω από ένα μόνο
Ταινία: Το απέραντο γαλάζιο
Βιβλίο: Το δέντρο που έδινε
Και προλαβαίνω την αλεπού, μιλώντας πρώτη για τη θεατρική παράσταση που έχει χαραχθεί στο δικό μου μυαλό και ψυχή: Αγγέλα, στο θέατρο Εμπρός
Αγαπημένες μου θεατρολόγες, ότι μπόρεσα έκανα
Δεν ήτανε κατάλληλη εποχή για παιχνίδια
Κι όσο για ταινίες, βιβλία, και τα συναφή Θα πω από ένα μόνο
Ταινία: Το απέραντο γαλάζιο
Βιβλίο: Το δέντρο που έδινε
Και προλαβαίνω την αλεπού, μιλώντας πρώτη για τη θεατρική παράσταση που έχει χαραχθεί στο δικό μου μυαλό και ψυχή: Αγγέλα, στο θέατρο Εμπρός
Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007
χουζουρεύω, για λίγο ακόμη
Η λέξη κλειδί που ανοίγει τους κρουνούς και η αλκιμήδη όλο κλαίει, κλαίει, κλαίει. Ανεπάρκεια. Όταν νιώθω την ανεπάρκεια μου κατακλύζομαι. Όταν αποδυκνείομαι για άλλη μια φορά λίγη, κλαίω. Όχι επειδή είμαι ανεπαρκής. Επειδή δεν έχω την πολυτέλεια να είμαι ανεπαρκής. Αρνούμαι να αποδεχτώ ότι δε μπορώ να είμαι ανεπαρκής. Αρνούμαι πεισματικά, και με θυμό εννίοτε, τσαντίζομαι, δε γουστάρω να ζοριστώ για να είμαι επαρκής. Στην ουσία αρνούμαι να αποδεχτώ ότι είμαι μόνη. Τόσο απλά. Και τελικά δε μπορώ να αποφασίσω αν θέλω να το αποδεχτώ και να προχωρήσω ή αν θέλω να συνεχίσω να ελπίζω στη ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή, κάπου, κάποτε θα μου επιτραπεί να είμαι λίγη. Και το κλάμα γιατί; Το κλάμα είναι πένθος. Πένθος για τη ζωή που έκαψα; Όχι, πένθος για τη ζωή που μου χαρίστηκε. Πένθος για αυτό που δε μου χαρίστηκε. Πένθος για τη ψευδαίσθηση που χάνω. Πένθος για την άρνηση μου να δω τη πραγματικότητα. Κυρίως αυτό. Την άρνηση μου. Και η προσπάθεια μου να επιβάλλω στον άλλον να συντροφέψει το κλάμα μου; Μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσω τη ψευδαίσθηση ότι δε θα είμαι πάντα μόνη. Και δυό φωνές μέσα μου παλεύουν. Ξύπνα φωνάζει η μία, κοίτα, κατάλαβε, είσαι μόνη και μπορείς. Και η άλλη; Με νανουρίζει. Κοιμήσου, λίγο ακόμη, για λίγο μόνο, κοιμήσου. Είναι γλυκό αυτό το όνειρο, μην το σβήσεις ξυπνώντας, μη, κοιμήσου.
Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007
βρε δε πάει καλά η γυναίκα
Όταν είμαι με κάποιον θέλω να μπω μέσα του και να τον νοιώσω. Θέλω να μπει μέσα μου και να με νοιώσει. Δε θέλω απαραίτητα να με βοηθήσει, να με συμβουλέψει, να δε ξέρω τι. Θέλω απλώς να νοιώσω ότι με καταλαβαίνει και ότι τον καταλαβαίνω.
Έτσι ορίζω το μαζί εγώ.
Και τελικά το χειρότερο που μπορεί να μου κάνει κάποιος που αγαπώ είναι η απόσταση.
Να μη μπορώ να πλησιάσω.
Ή να μη με πλησιάζει εκείνος.
Δεν είναι για όλους έτσι, το καταλαβαίνω. Να, μόλις τώρα κουβέντιαζα με γνωστή για αυτό και μου λέει
- Δε το θέλω αυτό, δε μπορώ. Πνίγομαι. Θέλω να έχω δικά μου πράγματα, μόνο δικά μου.
Για αυτήν το χειρότερο είναι να θέλει ο αγαπημένος να τη πλησιάσει τόσο, να της ζητά να τον πλησιάσει τόσο.
Τις τελευταίες δύο μέρες έπεσα πάλι σε πηγάδι θλίψης. Χωρίς λόγο, αιτία, αφορμή. Άγνωστο το γιατί. Θέλω μόνο να κλάψω. Αρνούμαι πεισματικά να κλάψω μόνη μου. Υποβάλω τον καλό μου στη παρακάτω απαίτηση, αγκαλιασέ με, να κλάψω, να κλάψω, και μη με ρωτας γιατί, γιατί δε ξέρω, μόνο αγκάλιασε με. Ζητάω πολλά το ξέρω, αλλά πως μπορώ να μη ζητήσω αυτό που έχω ανάγκη;
βρε δε πάω καλά, δε πάω καθόλου καλά σας λέω.
Άντε να περάσει κι αυτός ο κύκλος να δούμε τη ζημιά.
Τι; καινούργιος μήνας;
ε, καλό μας μήνα λοιπόν
Έτσι ορίζω το μαζί εγώ.
Και τελικά το χειρότερο που μπορεί να μου κάνει κάποιος που αγαπώ είναι η απόσταση.
Να μη μπορώ να πλησιάσω.
Ή να μη με πλησιάζει εκείνος.
Δεν είναι για όλους έτσι, το καταλαβαίνω. Να, μόλις τώρα κουβέντιαζα με γνωστή για αυτό και μου λέει
- Δε το θέλω αυτό, δε μπορώ. Πνίγομαι. Θέλω να έχω δικά μου πράγματα, μόνο δικά μου.
Για αυτήν το χειρότερο είναι να θέλει ο αγαπημένος να τη πλησιάσει τόσο, να της ζητά να τον πλησιάσει τόσο.
Τις τελευταίες δύο μέρες έπεσα πάλι σε πηγάδι θλίψης. Χωρίς λόγο, αιτία, αφορμή. Άγνωστο το γιατί. Θέλω μόνο να κλάψω. Αρνούμαι πεισματικά να κλάψω μόνη μου. Υποβάλω τον καλό μου στη παρακάτω απαίτηση, αγκαλιασέ με, να κλάψω, να κλάψω, και μη με ρωτας γιατί, γιατί δε ξέρω, μόνο αγκάλιασε με. Ζητάω πολλά το ξέρω, αλλά πως μπορώ να μη ζητήσω αυτό που έχω ανάγκη;
βρε δε πάω καλά, δε πάω καθόλου καλά σας λέω.
Άντε να περάσει κι αυτός ο κύκλος να δούμε τη ζημιά.
Τι; καινούργιος μήνας;
ε, καλό μας μήνα λοιπόν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)