Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006

Σχέσεις αντικατροπτισμού

"Μάλλον είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουμε πραγματικά παρά μόνο από τη στιγμή που μας βλέπει και κάποιος άλλος, ότι δε μπορούμε να μιλήσουμε σωστά παρά μόνο όταν βρεθεί κάποιος που να κατανοεί τι λέμε, στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά ζωντανοί χωρίς κάποιον να μας αγαπάει"

Από τη "Μικρή φιλοσοφία ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" του Αλαιν ντε Μποττόν.

Μία από τις εισαγωγικές σκέψεις του κ. ντε Μποττόν για το πως ο Έρωτας στην ουσία καλύπτει μία από τις βαθύτερες ανάγκες μας, την ανάγκη για "επιβεβαίωση του εγώ". Το πως το "προσφιλές πρόσωπο" γίνεται ο καθρέπτης του ερωτευμένου, το μέσο αυτοπροσδιορισμού του. Ναι, όντως υπάρχω, όντως είμαι εγώ.

Εγώ θα πάω τη σκέψη ένα βήμα πίσω και θα τη προχωρήσω σε άλλο, παράλληλο μονοπάτι.

Μήπως, το εγώ μέσα από όλες τις ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργεί (κι όχι μόνο τις ερωτικές) προσπαθεί να καλύψει αυτό ακριβώς, τη βαθύτερη εσώτερη ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης;
Και όταν μπαίνει στην όποια σχέση με ένα προσωπείο (είτε από φόβο, είτε από αλαζονεία, η ελπίδα, ή άγνοια, ή δε ξέρω τι, τι σημασία έχει ο λόγος άλλωστε;) το εγώ που επιβεβαιώνεται δεν είναι το πραγματικό εγώ αλλά αυτό της μάσκας, ξένο, απρόσιτο, ουτοπικό.
Τότε το κίνητρο για διατήρηση της σχέσης αυτόματα αναιρείται. Το αληθινό εγώ δε πρόκειται ποτέ να προσδιοριστεί, η βαθύτερη ανάγκη δε καλύπτεται. Ο λόγος ύπαρξης της σχέσης ουσιαστικά ανύπαρκτος, οπότε η διάλυση είναι αναπόφευκτη, τετέλεσται.
Η σχέση εφήμερη, ρευστή, με ημερομηνία λήξης από το πρώτο χαίρω πολύ.

Και αν τολμήσω να το προχωρήσω λίγο παραπέρα και να αναρωτηθώ:
Τι γίνεται με αυτό το τρομαχτικό ενδεχομένο; Ίσως να γεφυρωθεί η απόσταση από το πραγματικό εγώ σε αυτό που οι άλλοι αντιλαμβάνονται και αντικατροπτίζουν, να γίνει επαναπροσδιορισμός. Τότε πιό είναι το εγώ; αυτό του χθές, του σήμερα ή του αύριο; Πόση ρευστότητα μπορώ να αντέξω να έχω;

Ίσως η απάντηση να είναι απλή, να μπορούσα να κυκλοφορώ με το πραγματικό εγώ, έτσι μέσα στις σχέσεις θα έβρισκα μόνο λείους καθρέπτες, ουδεμία παραμόρφωση να συνταράξει, να απογοητεύσει, να αποξενώσει...

Όμως, πως μπορώ να δείξω το αληθινό μου εγώ, αφού και η ίδια δε κατανοώ ποιό είναι, αφού και στον εαυτό μου παρουσιάζω μία μάσκα (από φόβο, από αλαζονεία, ελπίδα, άγνοια, δε ξέρω τι, και τι σημασία έχει ο λόγος άλλωστε;)

** Ευτυχώς τα κίνητρα για διατήρηση σχέσεων είναι και πολλά άλλα, επιφανειακότερα ναι μεν, σημαντικότατα παρ' όλα ταυτα. Αναρωτιέμαι όμως, κατα πόσο, η καταδικασμένη στο ανικανοποίητο εσώτερη ανάγκη, ωθεί πολλές σχέσεις στην επιφάνεια, εκεί που βρίσκονται και τα κίνητρα που τις συντηρούν.

Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

Γέραμος

Επιτέλους στο νησί, εδώ που ανήκω, εδώ που όλα είναι γνώριμα, φιλικά, ακόμη και εγώ.
Εδώ, η ζωή και τα πάθη της Αθήνας φαίνονται σαν να συμβαίνουν σε άλλη. Και η ζωή και το παρελθόν της άλλης είναι απλωμένη μπροστά μου και τα παρατηρώ, με απορία και ειρωνία.
Και επειδή πολύ ως αγία και πονεμένη παρουσιάζομαι θα σας πω και μιά άλλη ιστορία. Ουδείς αναμάρτητος. (Και έχω αρκετές τέτοιες δυστυχώς...)

Χθές, στη γιορτή κρασιού, είδα έναν από τους πρώην μου. Και θυμήθηκα με απορία την ιστορία μας και το πως ήμουνα τότε. Δεν υπάρχει νοσταλγία, ή μετάνοια για ότι έγινε, ούτε η θέα του μου ξύπνησε κάποιο καλά κρυμμένο πάθος. Η θύμηση των λίγων που ζήσαμε με γέμισε με απορία. Ή μάλλον, η θύμιση του πως τον χώρισα, πως τον πέταξα, έκοψα το δεσμό απότομα, χωρίς αμφιταλάντευση, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς πόνο. Είναι η μοναδική φορά στη ζωή μου. Ο λόγος; ότι δε με αγαπούσε αρκετά, ότι δεν ήμουν η πρώτη του προτεραιότητα.

Γνωριστήκαμε Αύγουστο και από την πρώτη στιγμή που τον είχα δει με είχε κυριεύσει πάθος. Δεν είχα τολμήσει να δείξω τίποτα. Αυτός, 30, επιφανής κάτοικος του νησιού, εγώ 22, περαστική. Δεν κυνήγησα ποτέ έρωτες με ντόπιους, δεν είχε νόημα. Το τρεμούλιασμα που είχα νοιώσει το είχα προσπεράσει και απωθήσει στο πεδίο της λήθης εκεί που πολύ σύντομα θα πήγαιναν και οι διακοπές μου. Υποσεινήδητα, ήξερα ότι δε θα μπορούσα να ερωτευτώ εκεί που δεν υπάρχει μέλλον. Γίνεται Έρωτας με προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης;

Κάποια μέρα του Σεπτέμβρη, δε θυμάμαι ημερομηνία, την έχω έντονη τη στιγμή στο μυαλό μου όμως, γιατί είμαστε σε οικογενειακή μάζωξη και μόλις είχε εκλεγεί πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ο Σημίτης, και υπήρχε μια υπόσχεση ελπίδας και προσδοκίας στον αέρα. Το τηλέφωνο χτύπησε και ήταν αυτός, εν Αθήναις, ήθελε να με δει. Η διάθεση ελπίδας και προσδωκίας εκτινάχθηκε στα ύψη. Θυμάμαι αυτό πολύ έντονα, το συναίσθημα, την υπόσχεση ελπίδας και προσδωκίας. Τη χαρά μου και την ανυπομονησία να τον δω.

Ήτανε μιά σχέση πολύ έντονη με πολύ πάθος και θυμάμαι πολύ καλά ότι όλες τις στιγμές που ήμουνα μαζί του ένοιωθα πληρότητα, σιγουριά, γλυκά, ευτυχισμένη. Και επειδή ήταν τόσο όμορφες τις έχω στη μνήμη μου όλες τόσο ζωντανές και με τέτοια λεπτομέρεια.

Είμασταν μόνο δύο μήνες μαζί, αυτός στο νησί, εγώ στην Αθήνα. Στους δύο αυτούς μήνες καταφέραμε, αυτός να έρθει τρεις φορές Αθήνα, εγώ να πάω τρεις φορές Κεφαλλονιά και συναντηθήκαμε και για ένα διήμερο στην Ιθάκη. Το σκέφτομαι τώρα, με την ωριμότητα των 35 χρόνων και απορώ. Πως είναι δυνατόν δύο άνθρωποι που μένουν τόσο μακριά να καταφέρουν να περάσουν μέσα σε δύο μήνες 7 διήμερα (ή τριήμερα) μαζί, και να κατηγορηθεί ο ένας εξ αυτών ότι δε προσπαθούσε αρκετά; Με γνώρισε στην οικογένεια του και τον γνώρισα στη δική μου. Μου γνώρισε μέρη της Κεφαλλονιάς που ούτε τα είχα φανταστεί. Μου γνώρισε τους φίλους του. Μου μίλησε για τη ζωή του. Μου έδωσε ποίηση που είχε γράψει και ημερολόγια του. Όταν είμασταν μακριά, αλληλογραφούσαμε, σελίδες επί σελίδων γεμάτες με έρωτα και σώψυχα. Μιλάγαμε στο τηλέφωνο συνέχεια. Εν ολίγοις με έβαλε πλήρως στη ζωή του, μου ανοίχτηκε, μου αποκαλύφτηκε, επιθυμούσε να τον κατανοήσω, να τον αναγνωρίσω, να γίνει δικός μου μέσα από τη γνώση του. Και όμως εγώ με την άγνοια των 22 μου χρόνων, θεώρησα ότι δε με έβλεπε σοβαρά.

Του γνώρισα την οικογένεια μου, τους φίλους μου, μέρη αγαπημένα στην Αθήνα και τη Κεφαλλονιά, τον πήγα εκεί που γεννήθηκε ο πατέρας μου, καθάρισε μαζί μου το τάφο του πατέρα μου, πήγαμε στο πατρικό της μάνας μου που είναι ένα μαγικό σπίτι, έπαιξε με την ανηψιά μου, πήγαμε σε εκθέσεις, θέατρο, ρεμπετάδικο, στο σύλλογο που πήγαινα, στο πανεπιστήμιο. Ενδιαφέρθηκε να μάθει τη ζωή μου, να με αναγνωρίσει και αυτός και να περάσει από τον Έρωτα στην αγάπη μέσα από μιά διαδρομή γνώσης. Και όμως εγώ, με το ρομαντισμό των 22 μου χρόνων, θεώρησα ότι δεν ενδιαφερόταν αρκετά.

Είναι περίεργο, ήταν μόνο δύο μήνες και οι στιγμές είναι τόσο πολλές
Σε έναν ερημικό Μύρτω, ξαπλωμένοι στις απλώστρες να διαβάζουμε ο καθένας τα δικά του, και μετά εγώ να κολυμπώ να παλεύω γυμνή με τα κύμματα και αυτός να με καμαρώνει. Το βλέμμα του. Το χάδι του. Να με τυλίγει με τη πετσέτα.
Στο μεταλλείο νύχτα να βλέπουμε το φεγγάρι και να αγγίζω το μάρμαρο
Στο δάσος με τις βελανιδιές πικνίκ
Στην Αγία Ελένη, ηλιοβασίλεμα
Στο μοναστήρι του Ταφιού, να μου εξηγεί που ήτανε τι και να μου λέει την ιστορία του
Πίσω από το κάστρο της Άσσου σε μια μαγική τοποθεσία με κάθετα βράχια
Στο Φισκάρδο, αυτός να ξεναγεί και να πετάει υπονοούμενα, να με κοιτάει, να γελάει και οι τουρίστες να χαίρονται τον Έρωτα μας
Στο Πόρο, στο αγροτικό ιατρείο, που είχε ξεκλέψει το κλειδί
Σε μιά ερειπωμένη έπαυλη στη Παλλική
Σε ένα λόφο γεμάτο με κυπαρρίσια μάζεψε και μου έδωσε τα πρώτα μου φραγκόσυκα
Σε μιά συνεστίαση να τραγουδά Φαουστ
Με φίλους, γέλια και τρυφερότητα
και άλλα πολλά, τόσο πολλά

είναι δυνατόν να ήτανε μόνο δύο μηνές; κι όμως

Μέσα Νοέμβρη, στα γενέθλια του, έκλεινε τα τριάντα, ήρθε σπίτι μου στην Αθήνα. Είχα διώξει τη μητέρα και θα περνάγαμε ένα τρίημερο μαζί. Του μαγείρεψα ένα ρομαντικό δείπνο, κρασί, κεριά, κατάλληλο ντύσιμο, δώρο και όλα τα συστατικά. Όλα τέλεια. Δεν ειπώθηκε κάτι που να με πείραξε. Δεν είχε προηγηθεί κάτι. Όταν φάγαμε και με οδήγησε μέσα απλούστατα του είπα, δε μπορώ να σου κάνω έρωτα, καλύτερα να χωρίσουμε, και τον έδιωξα. Έτσι απλά. Καμία εξήγηση. Καμία προσπάθεια. Καμία ευκαιρία. Τόσο σκληρά. Την ημέρα των γενεθλίων του. Εγώ, με την αλαζονεία των 22 χρόνων μου απλώς τον πέταξα.

Το επόμενο πρωί, μου τηλεφώνησε. Και ήμουνα ψυχρή, αυτό το θυμάμαι. Δε του έδωσα καν την ικανοποίηση να με προκαλέσει να δείξω τη σκληρότητα μου. Είχα πάρει μιά οριστική και αμετάκλιτη απόφαση και δεν είχα λόγο πλέον να ασχολούμαι μαζί του. Στο μυαλό μου η εξήγηση ότι δεν ενδιαφέροταν αρκετά. Και αυτή η εξήγηση έστεκε στο μυαλό μου μέχρι χθες που τον είδα. Και η θύμιση της ιστορίας απλώς με γέμισε με απορία.

Τι ήτανε στη συγκεκριμένη σχέση που την κατέστησε και τη μοναδική από την οποία αποκόπηκα χωρίς ουδεμία παλινδρόμηση. Και τη μοναδική που φέρθηκα με τόση σκληρότητα. Βρήκα ένα βολικό λόγο για να αποκοπώ χωρίς τύψη. Είχε όλα τα στοιχεία, δεδηλωμένο πάθος, δόσιμο, σεξ, πνευματικότητα, κοινές αναφορές και ενδιαφέροντα, μέλλον. Το τελευταίο υποθέτω, το μέλλον. Δεν ήμουν έτοιμη για μέλλον.

Οπότε, τελικά απλώς κακός συγχρονισμός. Απλό και πολύ σκληρό.


Η ιστορία φυσικά έχει ευτυχώς καλό τέλος. Έχει παντρευτεί, με ντόπια, και ζουν στο νησί. Έχουν τρία παιδιά και φαίνονται πολύ ευτυχισμένοι. Χθες δε στη γιορτή κρασιού δε σταματήσανε να χορεύουνε και να πειράζονται με τους συντοπίτες τους όπως μόνο οι Κεφαλλονίτες ξέρουν.

Πέμπτη, Αυγούστου 10, 2006

Επιτέλους διακοπές

Πάω να εμβαπτίσω το θεϊκό κορμάκι μου στα γαλανά νερά του Ιονίου.

Ραντεβού το Σεπτέμβρη?


(Το laptop θα μείνει στας Αθήνας, αλλά κάτι μου λέει ότι η Αλκιμήδη όλο στα internet cafes θα τριγυρνά!)


Φιλιά!

Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

Σχεδόν φυγή

Σε μιά στιγμή τρέλας και απoφασιστικότητας τη Παρασκευή που μας πέρασε έσβησα το μπλογκ μου.

Ο μόνος τρόπος νόμιζα για να αποτοξινωθώ. Να πάψω να ασχολούμαι αν με διαβάζει, αν νοιάζεται, αν δε ξέρω τι. Με τις διακοπές να πλησιάζουν να είναι η απομάκρυνση ολοκληρωτική. Μπας και συνέλθω και σταματήσω να τον σκέφτομαι. Να μην είναι οι σκέψεις μου προσβάσιμες. Να μη μπαίνω και εγώ στο internet με τη καρδιά να χτυπάει, να ελέγξω το μετρητήρι. Και να μη μπαίνω στο δικό του να δω αν έγραψε κάτι που αναφέρεται σε αυτά που έγραψα εγώ. Να σπάσω το κώλυμα μου. Φυγή προς τα εμπρός. Μαχαίρι στο μπλογκ μου λοιπόν.

Και χαθήκανε όλα. Όσο χαζά κι αν είναι ήταν δικά μου και μου αρέσανε. Και ένοιωσα τόσο έντονη την ανάγκη να ξαναγράψω. Οπότε σιγά σιγά, να είναι καλά οι αποθηκευμένες σελίδες του Google, τα ξαναανεβάζω. (Μόνο που έχασα τα σχόλια και αυτά ήταν τα πιο ωραία. Τι να κάνουμε τα λάθη πληρώνονται.)

Και όταν βρω το κουράγιο θα ξαναφτιάξω και το template και τα links.

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Γράμμα σε Σένα - μέρος πρώτο - η γνωριμία

Είναι έξι μήνες που Σε γνώρισα. Είναι έξι μήνες που έχασα τον εαυτό μου. Είναι έξι μηνές που πονάω. Είναι έξι μήνες που μόνιμοι σύντροφοι είναι η θλίψη, η απόγνωση, η απορία.

Απορία που επιμένω να Σε αγαπώ τόσο.
Απορία που μου φέρθηκες έτσι.
Μα είναι δυνατόν ποτέ άνθρωπος να φερθεί σε συνάνθρωπο έτσι;

Ήμουνα τρισήμισι χρόνια μόνη. Επειδή έτυχε, εν μέρει, κυρίως από επιλογή. Όταν έμεινα έγκυος το γυιό μου, και ήταν πλέον ολοφάνερο ότι ο πατέρας δεν επρόκειτο να θελήσει να τον δεί ούτε για μια φορά, αναλογίστηκα τη ζωή μου, τις προηγούμενες σχέσεις μου, τα λάθη μου και πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Θα μείνω μόνη και δε θα μπω ξανά σε σχέση αν πρώτα δεν αισθάνομαι απόλυτα ευτυχισμένη με τη ζωή μου, μόνη. Ποτέ ξανά δε θα κολλήσω σε λάθος σχέση. Ποτέ ξανά δε θα αφήσω το φόβο της μοναξιάς να καθορίσει τις επιλογές μου. Ποτέ ξανά δε θα πείσω τον εαυτό μου, ότι ναι αυτός είναι ο σύντροφος.

Μεγάλα λόγια, ευσεβείς πόθοι.
Και τη τήρησα την απόφαση, τη σεβάστηκα.

Και φτάνει η παραμονή του 2006, και με βρίσκει μόνη. Και ευτυχισμένη.
Καλεσμένη σε δυό γιορτές αποφασίζω να μείνω μέσα. Νοιώθω τόσο ήρεμη, τόσο πλήρης, τόσο έτοιμη. Θα μπορούσε η υπόλοιπη μου ζωή να είναι έτσι και δε με νοιάζει. Δε χρειάζομαι τίποτα περισσότερο. Συνειδητοποιώ ότι είμαι έτοιμη να αναζητήσω το άλλο μου μισό.

Την επόμενη μέρα στη δουλειά, βαριέμαι, γράφομαι σε ένα site γνωριμιών.
Πέφτουν οι προτάσεις βροχή. Βλέπεις οι γυναίκες είναι λίγες εκεί. Αρχίζω να γνωρίζω κόσμο. Καλά συμπαθητικά παιδιά, τίποτα που να μου κάνει κλικ.

Και τότε μου γράφεις Εσύ. Και ο κόσμος μου άλλαξε.
Πριν ακόμη Σε γνωρίσω ήμουν δικιά σου. Να με κάνεις ότι θες, να με κατασπαράξεις.
Μερικά emails ανταλλάχθηκαν, μου είπες την ιστορία της ζωής Σου (έτσι νόμιζα; έτσι είναι; κανείς δε ξέρει), Σου είπα τη δική μου.
Μου έστειλες ένα κείμενο, γραμμένο για εμένα (ήταν έτσι άραγε;) που μου περιέγραφες τη παιδική και εφηβική Σου εμπειρία. Έμεινα άφωνη και ήμουν ολοκληρωτικά δική Σου από τη στιγμή που το διάβασα. (Το έχω ακόμη, να το δημοσιοποιήσω άραγε;) Και δικιά Σου θα παραμείνω για πάντα. Ακόμη και αν ότι γράφεις εκεί μέσα είναι ψέμα. Το συναίσθημα πίσω από τα λόγια και την ιστορία με παρέδοσε σε Σενα.

Συναντηθήκαμε πρώτη φορά, Παρασκευή μεσάνυχτα. Το απόγευμα μου έστειλες τους στίχους του Εγγονόπουλου
"Είναι οι γυναίκες (που αγαπάμε) σα λιμάνια μόνος σκοπός/προορισμός/των καραβιών μας"
Και σου απάντησα
"και όταν σφικτά στην αγκαλιά μας τις κρατούμε με τους θεούς γινόμαστε όμοιοι"

Μου έγραψες " Κι αν είμαι ροκ μη με φοβάσαι"
Τι εννοούσες, πριν ακόμη με γνωρίσεις; Ήταν μια προειδοποίηση; Ήταν μια παράκληση να επιμείνω γιατί ήξερες ότι θα με ισοπεδώσεις;

Μου έγραψες ότι ακούς το "Από τα κουμπάκια ανάμεσα" του Κηπουργού. Δεν το ήξερα. Μου το έφερες το βράδυ και μου το χάρισες, στο πρώτο μας ραντεβού.

Ήμουν έτοιμη για Σένα, να με κάνεις ότι θες, κι ακόμη δε Σε είχα γνωρίσει.

Και επιτέλους συναντηθήκαμε. Μου πρόσφερες ένα τριαντάφυλλο. Με αγκάλιασες ανεπαίσθητα και με φίλησες στο μάγουλο. Καθίσαμε σε μια γωνιά στο ασφυκτικά γεμάτο και φασαρίοζικο μπάρ. Εγώ τη φασαρία δεν την άκουγα, ο κόσμος γύρω μου είχε σταματήσει να υπάρχει, ένα πολύ μακρινό, ξένο σιγανό βουητό. Μόνο Εσυ υπήρχες, μόνο Εσένα άκουγα, μόνο τα μάτια Σου έβλεπα. Χάθηκα μέσα Σου, και καλωσόρισα τον Έρωτα.

Η κουβέντα κύλησε, πήγαμε σε άλλο μπαρ, πιο ήσυχο. Σου κράτησα το χέρι και έτρεμες. Σε ρώτησα και είπες ότι είχες πάθει μικρό εγκεφαλικό επεισόδιο πριν δύο χρόνια. Ένοιωσα να πέφτω στο κενό, ο φόβος ότι θα Σε χάσω αν κάτι Σου συμβεί. Δε με φόβισε η ασθένεια, δε σκέφτηκα λογικά τι μέλλον θα μπορούσα να κτίσω έτσι. Σε αγαπούσα ήδη και ήμουνα έτοιμη για όλα.
Όταν πιά θέλανε να κλείσουνε και θα μας διώχνανε, σου λέω "Και τώρα που θα πάμε;" Δεν ήθελα να Σε αποχωριστώ. Αργότερα μου είπες ότι αυτή η κουβέντα ήταν μαγική. Πολύ αργότερα το ξέχασες φυσικά.
Πήγαμε στη Ραφήνα, σε μία παραλία. Παγωνιά. Με αγκάλιασες σφιχτά από πίσω να με ζεστάνεις και με φίλησες. Πρώτο φιλί, ζεστό, μαγικό. Και με ερέθισες. Και Σε ήθελα τόσο. Και με ήθελες τόσο (νομίζω). Σου λέω, αν είναι να μου κάνεις έρωτα πάμε κάπου πιό άνετα. Νόμιζα ότι κατευθυνόσουν σπίτι Σου (αργότερα σε μιά στιγμή κακίας είπες ότι κατευθυνόσουνα σε ξενοδοχείο, ίσως να είναι κι έτσι). Σου λέω, ξέρεις για μένα ο έρωτας είναι υπόσχεση. Δηλαδή; ρωτάς. Αν Σου κάνω έρωτα υπόσχομαι ότι θέλω να είμαι μαζί Σου, ότι θέλω να προσπαθήσω για μιά σοβαρή σχέση. Αποφάσισες να με γυρίσεις σπίτι μου και κανονίσαμε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα. Πόσο απογοητεύτηκα. Και πόσο το εκτίμησα.

Μπήκα σπίτι μου στις έξι ώρα το πρωί, έβαλα το τραγούδι που μου χάρησες, και έκλαψα από ευτυχία.

Καλωςόρισες Έρωτα!

Γράμμα σε Σένα - μερός δεύτερο - ο παράδεισος

Την επόμενη μέρα, κανονίσαμε να έρθω σπίτι Σου. Κατευθείαν. Δε φοβήθηκα. Ήμουν τόσο σίγουρη για Σένα. Ήθελα τόσο να Σου δωθώ και να μου δωθείς.

Είμασταν μαζί δέκα ευλογημένες μέρες. Παρασκευή με Δευτέρα. Είμασταν σχεδόν κάθε βράδυ μαζί. Κοίμιζα το παιδί, Σου ερχόμουνα, κάναμε έρωτα όλη νύχτα, γύριζα σπίτι πριν ξυπνήσει το παιδί. Ήμουνα σε υπερένταση. Ήμουνα τρισευτυχισμένη. Δεν ένοιωθα τη κούραση. Οι δύο ώρες ύπνου που ξέκλεβα κάθε μέρα μου αρκούσαν. Από το κορμι Σου, από το άγγιγμα Σου έπερνα όλη την ενέργεια του κόσμου. Το πρωί στη δουλειά, έβρισκα στο mail μου ηλεκτρονικά λουλούδια. Μου έστελνες ερωτικά μηνύματα. Κυκλοφορούσα σε μιά κατάσταση υπερδιέργεσης. Έτοιμη για Σένα, όλες τις στιγμές. Δοκίμασα πράγματα σεξουαλικά που ούτε που φανταζόμουν ότι θα τα έκανα ποτέ. Ξεκλείδωσες την ηδονή μέσα μου. Ανακάλυψα όλη μου τη δυναμικότητα. Ανοίχτηκα.

Ένα βράδυ, που δε μπορούσα να έρθω, ήρθες σπίτι μου και πέτυχες τον Ιάσωνα λίγο πριν κοιμηθεί. Κι όπως τον πήρες αγκαλιά, και σας είχα και τους δύο μαζί, στον ίδιο χώρο, δεν ήξερα πώς θα αντέξω τέτοια ευτυχία.

Το Σάββατο το πρωί μας συνόδευσες στο Αττικό πάρκο. Τη φωτογραφία που σας έβγαλα εκείνο το πρωί ακόμη την έχω στο πορτοφόλι μου. Δε μπορώ να τη βγάλω. Δεν έχω τη δύναμη.

Μου είχες πει ότι είσαι λάτρης του θεάτρου και του σινεμά. Πολυάσχολος όμως και δε καταφέραμε παρά ένα σινεμα και ένα θέατρο, την αποφράδα μέρα. Και δύο εξόδους για φαγητό.

Το βράδυ στο σινεμά, βλέποντας τη ταινία σχεδόν κάναμε έρωτα. Δε με πείραξε ο κόσμος. Δε με ένοιαζε τίποτα. Αργότερα μου είπες ότι αυτό Σου άρεσε σε μένα. Μετά πήγαμε σπίτι Σου και συνεχίσαμε.

Ένα βράδυ, ήρθα και Σε βρήκα μετά από θέατρο. Πίντερ. Το επόμενο πρωί, στο μπλογκ Σου έβαλες τους στίχους του Πίντερ "Ξεκουράσω πλάι στο γλυκό καθρέπτη της αναμονής" και το συνόδεψες με πίνακα και link του Εγγονόπουλου. Πόσο πόνεσε, πόσο πόνεσε όταν αργότερα το έσβησες.

Τη Τρίτη το πρωί ήρθα και Σε βρήκα στη Ραφήνα. Έπεινες καφέ με φίλη που ήταν αναστατωμένη. Μετά με πήγες στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Καθίσαμε και αγναντέψαμε το Αιγαίο. Δε μπορούσαμε να κάνουμε έρωτα και έτσι μόνο εγώ Σε γεύτηκα. Και μου άρεσε τόσο, με τον ήλιο και τη μυρωδιά της θάλασσας. Το απόγευμα, όταν είπα στη μητέρα μου που ήμουνα, ενθουσιασμένη μου λέει, εκεί άλλαξα βέρες με το πατέρα σου. Στο έστειλα με μύνημα αυτό και απάντησες "Η ζωή είναι μικρή και αστεία αλλά και υπέροχη όταν τη μοιράζεται κανείς μαζί σας κυρία μου". Και πίστεψα ότι είσαι το πεπρωμένο μου. Το πίστεψα με όλο μου το είναι. Αργότερα κατέφυγα πολλές φορές σε αυτή ακριβώς την εκκλησία, εκληπαρώντας, εγώ η άθεη, τον άγιο που ευλόγησε το δεσμό των γoνιών μου, να μου δώσει φώτιση, να μου δώσει δύναμη, να με λυτρώσει.

Πόσο τυχερή αισθανόμουν που Σε βρήκα. Κοινά ενδιαφέροντα, εκπληκτική διανόηση, καταπληκτικό σεξ.
Πάθος. Και μου μιλούσες για κοινή ζωή, και το μέλλον. Και με έβρισκες υπέροχη. Ήμουν ότι χρόνια λαχταρούσες. Σου έλεγα, μη βιάζεσαι δε με ξέρεις ούτε δυό βδομάδες. Μου απαντούσες σε ξέρω όλη μου τη ζωή, σε περίμενα όλη μου τη ζωή. Μου έλεγες ότι δε μπορούσα εγώ να κάνω τίποτα κακό. (Πόσο γρήγορα τη ξέχασες αυτή τη κουβέντα.) Και η ύπαρξη του Ιάσωνα δεν ήταν για Σένα ούτε εμπόδιο, ούτε αδιάφορο γεγονός. Ήταν ένα από τα υπέρ μου. Τι άλλο να ζητήσει μια κοπέλα;
Α, επιπλέον ήσουν και οικονομικά, και κοινωνικά, και επιστημονικά, και πολιτικά καταξιωμένος. Το κερασάκι στη τούρτα. Καλό αλλά όχι απαραίτητο...

Είχα βρεί το παράδεισο μου. Και ήσουν ο άγγελος μου.

Γράμμα σε Σένα - μέρος τρίτο - οι ακυρώσεις

Είμασταν μαζί δέκα ευλογημένες μέρες. Παρασκευή με Δευτέρα. Με ακυρώσεις όμως. Ακυρώσεις που με τσίγκλιζαν, που μου έφεραν ανυσηχία, αλλά δεν ήθελα να δω, η λογική δεν είχε τόπο. Ήθελα μόνο να είμαι μαζί Σου, να Σε αγγίζω, να Σε ακούω, να Σε κοιτάζω, να Σε γεύομαι.

Ήσουν το ιδανικό μου. Ήμουν το ιδανικό Σου. Κισμέτ.

Πολύ καλό για να είναι αληθινό. Ο σπόρος της αμφιβολίας μπήκε και ρίζωσε μέσα μου. Και άρχισα να παραξενεύομαι και άρχισα να ψάχνω.

Μου έλεγες θα κάνουμε αυτό και εκείνο και το άλλο και μετά κάτι συνέβαινε και μέναμε σπίτι Σου.

Τη τσικνοπέμπτη θα κανόνιζες να βγούμε με φίλους σου. Έμπλεξες με δουλειές και δεν κανόνισες.

Έψαξα το όνομα Σου στο internet και δε βρήκα ούτε μία δημοσίευση. Ογδοντα και δημοσιεύσεις και τίποτα. Πως είναι δυνατόν. Εγώ μία ψωροδημοσίευση έχω και βγάζει καμιά δεκαριά αποτελέσματα. Αργότερα παρακάλεσα μιά φίλη που δουλεύει στο ΙΚΥ και έψαξε και αυτή, σωστά. Ούτε αυτή βρήκε τίποτα.

Οι ημερομηνίες που έβγαζε στο βιβλιοπωλείο ήταν αυτές που είπες ότι ήσουνα στο εξωτερικό.

Από τις φορές που βγήκαμε, ούτε τις μισές δεν κέρασες. Ξέχασες το πορτοφόλι, ξέχασες να βάλεις χρήματα μέσα, είχες μόνο πεντακοσάρικο. Δεν έδωσα σημασία.

Βρήκα ότι η πρώην Σου δούλευε εκεί που είπες αλλά όχι με την ιδιότητα που είπες.

Το τελευταίο μας βράδυ, δεν είχα σκοπό να ρωτήσω, δεν ήμουν προετοιμασμένη, γιαυτό και το έκανα τόσο άγαρμπα. Κάτι οι κουβέντες που πέταξες για τη "Μαριέττα", κάτι για εκατό χιλιάρικα ευρώπουλα σα να είναι στραγάλια, κάτι που δε κέρασες γιά άλλη μια φορά, μαζευτήκανε πολλά και έκανα το μοιραίο λάθος.
- Είσαι απόλυτα ειλικρινής μαζί μου;
Με κοίταξες σοκαρισμένος - Τι εννοείς, τι φαντάζεσαι;
- Δεν έχει νόημα να σου πω, αν είναι κάτι θα μου το πεις μόνος σου
Συνέχισες να με κοιτάς σοκαρισμένος
- Προφανώς είσαι ειλικρινής, η σιωπή σου είναι η απάντηση μου, ας το αφήσουμε

Με έδιωξες από το σπίτι Σου. Χωρίς εξηγήσεις. Με πέταξες. Ήταν η πρώτη φορά, θα ακολουθούσαν και άλλες.