Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

Αποκαθήλωση δεύτερη

Κάπου το διάβασα (νομίζω Νίτσε αλλά δεν είμαι σίγουρη)

Αγαπάμε, όχι το αντικείμενο του πόθου μας, αλλά τον πόθο μας για αυτό.

Και συμπληρώνω,

ενίοτε και τον πόθο του αντικειμένου για εμάς

Αποκαθήλωση πρώτη

- Γιατί σου λείπει;

- Το βλέμμα του

- Δηλαδή;

- Με κοίταζε σα να ήμουν ένα θαύμα

- ...

- Έβλεπε σε μένα αυτό που εγώ δε βλέπω

Τρίτη, Ιουλίου 18, 2006

"αχ πόσα θέλω να Σου πω, και δεν υπάρχουν λόγια"

Σήμερα ήθελα να πάω σε μία συναυλία. Τίποτα δε θα με κρατούσε μακριά. Σα δαιμονισμένη. Ξεκινούσε στις εννιάμιση. Εμπλεξα με τη δουλειά, έφτασα σπίτι εννιάμιση. Γρήγορα να αλλάξω, να κοιμήσω το παιδί, να πάω. Να πάω. Τίποτα δε με κρατούσε. Να πάω.
Ο δρόμος θα με πέρναγε έξω από το σπίτι του. Μια τρελή ελπίδα; παράνοια; για τυχαίες συναντήσεις. Ίσως να είναι εκεί. Φαντασιώσεις επανασυνδέσεων. Τι θέλω, τι φαντάζομαι, τι περιμένω; Με βαθιά επίγνωση της χείμαιρας, τρελές φαντασιώσεις. Περνώ έξω από το σπίτι, η καρδιά μου κτυπά σα τρελή, πάντα έτσι είναι, πάντα τρέμω. Σύγκορμη. Εύχομαι να τον δω, εύχομαι όχι. Δε πάω καλύτερα να στηθώ απέξω. Με τι πρόφαση. Να βρω πρόφαση. Για να περάσω. Να δω αν είναι εκεί. Και πάντα να τρέμω.
Τα φώτα ανοικτά. κρεμασμένες ελπίδες. Δε θα είναι εκεί. Δε θα τον συναντήσω "τυχαία". Δεν υπήρχε περίπτωση. Κρατιέμαι από τι; Πάω ούτως ή άλλως. Οι φαντασιώσεις θεριεύουν. Τα τραγούδια σα να γράφτηκαν όλα για μένα, για την απόγνωση μου. Κάθε στίχος γροθιά, "Απόψε η νύχτα μοιάζει με απειλή", και εγω δεν έχω που να κρυφτώ. Δε θέλω να κρυφτώ.Έλα δώσε μου, χτύπα και άλλο, αντέχω. Οχι δεν αντέχω. Αντιστέκομαι. Κάνω ότι πρέπει, προσποιούμαι κυρίως για να ξεγελάσω τον εαυτό μου, αλλά αυτός με κοιτάζει ειρωνικά. Ότι και να κάνεις μου λέει από εμένα δε ξεφεύγεις. Θα με κουβαλάς. Πάντα.
"Φεγγαροστολισμένη μου κι αστροστεφανωμένη, αν μια καρδιά στα πόδια σου ματώνει λαβωμένη, είναι η δική μου η καρδιά που κλαίει και σπαράζει, που ικετεύει μιά ματιά μα εσένα δε σε νοιάζει"
Κι όλη την ώρα το κινητό σφιχτά στα χέρια, τυφλές προσμονές μυνημάτων που ξέρω ότι δε θα έρθουν. Η σκέψη έντονα σε σένα, να σου στείλω κύμματα παράκλησης. Κοιτάζω γύρω μου μήπως φανείς. Λυπήσου με. Και συνάμα η σκέψη να γραπώνει τη πραγματικότητα. Ειναι η καταστροφή σου. Η σιωπή είναι βάλσαμο. Η σιωπή θα σε λυτρώσει. Μακριά. Τρέξε μακριά. Το παρελθόν έστησε χορό γυρω μου. Δε θέλω να δω το μέλλον. Φοβάμαι τη λύτρωση της απάθειας, την αδιαφορία. Και θέλω, παρακαλώ το χρόνο, να περάσει, να τα ισωπεδώσει όλα. Να μου κάνει ένεση αναισθησίας. Να μην πονάω πιά. Να μην αισθάνομαι. Αντιστέκομαι. Αν δε μπορώ να γελάω τουλάχιστον να σπαράζω. Και σπαράζω. Η σιωπή είναι βάλσαμο και βάσανο. Βάσανο.
" Σ' έχω ώρες ώρες, μα το Θεό, τόσο πολύ ανάγκη, που τρέχουν από τα μάτια μου, θάλασσες και πελάγη. Στείλε ένα γράμμα, μιά συλλαβή, αν έχεις το Θεό σου, που κρέμομαι από τα χείλη σου κι είμαι στο έλεος σου. Ανάθεμα σε, δε με λυπάσαι, που καίγομαι και λιώνω, που με έκανες και σε αγαπώ, και τώρα μαραζώνω. Κλειδώθηκαν οι σκέψεις μου, μες του μυαλού τα υπόγεια, αχ πόσα θέλω να σου πω, και δεν υπάρχουν λόγια."
Και κλαίω. Επιτέλους κλαίω. Όπως πρέπει. Όπως σου αρμόζει. Φεύγω τρέχοντας από τη συναυλία. Να φύγω, να χαθώ, να πατήσω τα γκάζια, να τσούξει ο αέρας τα μάτια, να μη ξέρω ποιά δάκρυα είναι δικά σου και ποιά του ανέμου. Κλαίω. Επιτέλους. Πέταξα από πάνω μου το βουβό σπαραγμό.
Θέλω να γράψω, να πετάξω τις σκέψεις μου. Δε με διαβάζεις πιά. Γράφω πιό ελέυθερα. Κατάθεση ψυχής. Ξεπούλημα. Όπως λέει και ο Τάκης, "το εγώ μου γυμνό, ότι πάρεις τρία ευρώ" Ξεγυμνώνομαι, και σου τα χαρίζω όλα. Κράτα τα τρία ευρώ. Όλα δικά σου. Πάρτα. Ξεσκιστα. Πέτα τα.
Ίσως και να το διαβάσεις. Και τότε. Τότε τίποτα. Δεν υπάρχει μέλλον. Κι αυτό θα περάσει. Η φράση σφυροκοπά στο μυαλό. Κι αυτό θα περάσει. Πάμε πάλι. Και αυτό θα περάσει. Και μέχρι τότε τι; Πως;
Πενθώ. Η απουσία σου χρωματίζει τα πάντα. Πενθώ. Αυτό που θα μπορούσε να είναι και δε μπορεί να είναι. Και άλλη σφυριά για το μυαλό. Δε μπορεί να είναι. Δε μπορεί να είναι. Πενθώ. Την αθωότητα μου. Τη χάνω σιγά σιγά. Αντιστέκομαι. Αν σε ξεγράψω πάει η αθωότητα. Αυτή θέλω να κρατήσω. Θέλω να φύγεις αλλιώς. Δε θέλω να σε μισήσω. Σε αγαπώ. Θέλω να σε σκέφτομαι, να σε νοιάζομαι, να έχω μιά γλύκα. Ίσως να έχεις βρει άλλη. Μακάρι. Μακάρι να σε συναντήσω τυχαία με μιά άλλη, να τη κοιτάς όπως κοίταξες εμένα. Να δω αυτά τα σκήπτρα να τα κρατάει άλλη. Έτσι θέλω να φύγεις. Και να αφήσω το πανδαμάτωρ χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Να κρατήσω τη γλύκα. Αντιστέκομαι.
Περνώ έξω από το σπίτι σου πάλι. Τα παντζούρια κλειστά. Βλέπω έφτιαξες το ρολό που έσπασα. Η ψυχή μου είναι ακόμη σπασμένη. Κάθε τόσο πέρνω τις αντιστάσεις μου, τις άγκυρες μου, τις κάνω κόλλα και μονωτική ταινία και τη μοντάρω. Γιά λίγο έχω τη ψευδαίσθηση ότι όλα καλά. Προσποιούμαι πιό εύκολα. Και μετά ξεκολλάνε πάλι τα κομμάτια.
Μουδιασμένη. Υπομένω. Αναμένω. Προσμένω. Εμμένω.
Αν δεν είναι αυτό η αγάπη τότε τι; Όχι, δεν είναι αγάπη αυτό. Τότε τι; Λυπήσου με, μη με αγαπάς, λυπήσου με. Μείνε μακριά, έλα κοντά. Λυπήσου με.

Πάμε πάλι, για Σένα, μόνο για Σένα.

"Σ' έχω ώρες ώρες, μα το Θεό, τόσο πολύ ανάγκη, που τρέχουν από τα μάτια μου, θάλασσες και πελάγη. Στείλε ένα γράμμα, μιά συλλαβή, αν έχεις το Θεό σου, που κρέμομαι από τα χείλη σου κι είμαι στο έλεος σου. Ανάθεμα σε, δε με λυπάσαι, που καίγομαι και λιώνω, που με έκανες και σε αγαπώ, και τώρα μαραζώνω. Κλειδώθηκαν οι σκέψεις μου, μες του μυαλού τα υπόγεια, αχ πόσα θέλω να σου πω, και δεν υπάρχουν λόγια."

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

Πως μου αρέσει που το σύμπαν είναι αδιάφορο!

Είχα γράψει σε προηγούμενο ποστ για τα περι τυχαίου γκράφιτι στη γειτονιά μου.
Εγώ έχω μιά θεσούλα στο μπαλκόνι μου, που συνηθίζω να κάθομαι για τσιγάρο, καφεδάκι και γενική χαλάρωση. Σήμερα το πρωί φάτσα κάρτα μπροστά μου, στον απέναντι τοίχο, με μεγαλύτερα γράμματα από ότι συνήθως εμφανίστηκε το γνωστό "σύνθημα".

ΤΙΠΟΤΑ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

ΤΥΧΑΙΟ


Με παραξένεψε. Γιατί να εμφανιστεί ξανά και μάλιστα ακριβώς μπροστά μου μετά από τόσο καιρό; Έκανα μια βόλτα στη γειτονιά. Όχι είναι το μόνο καινούργιο. Ο προβληματισμένος γραφίστας επέλεξε τη δικιά μου θέα και μόνο. Λες να με ξέρει, λες να θέλει κάτι να μου πει;

Μπα και αυτό τυχαίο είναι.

Εμμένω σε προηγούμενα συμπεράσματα και αποφάσεις.


ΟΛΑ

ΕΙΝΑΙ

ΤΥΧΑΙΑ


Ή όπως λέει και ο Μάρκος ο σοφός, όλα είναι αδιάφορα.

Ένα μειδίαμα έρχεται στα χείλη και γαληνεύω ξανά.

Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2006

Νοοτροπίες...

Διαβάζω σήμερα στα σημερινά νέα για νεαρά κορίτσια στη Τουρκία που ωθούνται στην αυτοκτονία από το περιβάλλον τους επειδή σπίλωσαν την τιμή της οικογένειας. Τις απειλούν και τις υποχρεώνουν να αυτοκτονήσουν για να γλυτώσουν οι πατεράδες, αδερφοί, θείοι τους τις βαριές ποινές που θα αντιμετωπίσουν αν τις σκοτώσουν αυτοί. Το έγκλημα τους ότι ερωτεύτηκαν.
Και μετά μιλάμε για ευρωπαϊκή ένταξη της Τουρκίας.Ίσως βέβαια η ένταξη στην Ευρώπη να είναι και η μοναδική διέξοδος προς πιό ανεκτικές κοινωνίες.
Ίσως πάλι όχι.
Θυμάμαι στην Αγγλία το χρόνιο και άλυτο πρόβλημα μερίδας κοριτσιών ινδικής, πακιστανικής, αφγανής καταγωγής. Οι ίδιες τους οι οικογένειες, που ζούσαν χρόνια στην Αγγλία, τις απήγαγαν και τις πήγαιναν πίσω στη χώρα καταγωγής τους. Εκεί τις κρατούσαν φυλακισμένες μέχρι να τις παντρέψουν με άντρες επιλογή της οικογένειας.
Αλλά γιατί να πάω τόσο μακριά; Αρκεί να κοιτάξω στο δικό μου περίγυρο.
Ο αδερφός μου έχει κυρήξει πόλεμο στην δεκατετράχρονη κόρη του προσπαθώντας να περιορίσει τα απεριόριστα, να ελέγξει τα ανεξέλεκτα, να πάει εντέλει ενάντια στη φύση της εφηβείας. Ξεχνάει τα δικά του, ή μάλλον όπως λέει επειδή τα θυμάται.
Και εγώ, έχω χάσει τη φωνή μου, δε μπορώ να υπερασπιστώ την ανεξαρτησία εφήβων του οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος. Ως ανύπαντρη μητέρα δεν έχω δικαίωμα να αρθρώνω λόγο, σε θέματα "ηθικής" τουλάχιστον.
Τουλάχιστον με ανέχονται και αυτό είναι μιά πρόοδος υποθέτω. Αλλάζουν οι νοοτροπίες το βλέπω, αλλά με υπερβολικά αργούς ρυθμούς. Και μέχρι να αποκτήσουμε νέες νοοτροπίες, νέες απόψεις, νέες ηθικές, να ξεριζώσουμε τις βαθιά ριζωμένες παραδόσεις, μέχρι τότε πληρώνουμε όλοι το κόστος τελικά.

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2006

πολυπροσωπίες






και μαμά,
και κόρη,
και αδερφή,
και ξαδέρφη,
και ανηψιά,
και θεία,
και νονά,
και κουμπάρα,
και φίλη,
και απλή γνωστή,
και εχθρός,
και συνάδελφος,
και αφεντικό,
και υπάλληλος,
και συνεργάτης,
και δασκάλα,
και μαθητευόμενη,
και πολίτης,
και απολιτίκ,
και ελληνίδα,
και αγγλίδα,
και αθηναία,
και νησιώτισα,
και άπατρις,
και καλλιεργημένη,
και ρηχοτάτη,
και γυναίκα,
και κοριτσάκι,
και μετά απορώ που μερικές φορές χάνω τον εαυτό μου

Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2006

Αυτό θέλω και εγώ

Σήμερα ήμουνα στο θεατράκι της γειτονιάς μου.
Γινότανε πανζουρλισμός από κόσμο.
Ακούγεται λοιπόν από το μεγάφωνο
"παρακαλώ να πάρετε αγκαλιά τα παιδάκια που δεν έχουν πληρώσει εισιτήριο γιατί δεν υπάρχουν ελεύθερες θέσεις για αυτούς που έχουν πληρώσει."
Λίγο πιό δίπλα τότε, ένας κύριος ψαρομάλλης, γεματούλης, σηκώνεται και κάθεται στην αγκαλιά της καλής του. Χάρηκα το χιούμορ του και το εγκάρδιο γέλιο τους. Χάρηκα το βλέμμα που ανταλλάξανε μεταξύ τους. Έπλασα μιά ιστορία για αυτό το μεσήλικο ζευγάρι. Με παρελθόν, παρόν και μέλλον. Και μέσα στο μυαλό μου όταν έσβησαν τα φώτα, παρακολούθησαν τη παράσταση κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.